Feb 17, 2011

για το φόβο

"Ο 17ος αιώνας ήταν ο αιώνας των μαθηματικών, ο 18ος των φυσικών επιστημών και ο 19ος της βιολογίας. Ο 20ός αιώνας μας είναι ο αιώνας του φόβου. Θα μου πείτε πως ο φόβοος δεν είναι επιστήμη. Αρχικά, όμως, η επιστήμη έχει κάποια υπευθυνότητα στην περίπτωση, αφού οι τελευταίες θεωρητικές πρόοδοί της την οδήγησαν ν'αρνηθεί την ίδια της τη φύση, κι αφού τα πρακτικά επιτεύγματά της απειλούν το σύμπαν με καταστροφή. Επιπλέον, αν ο φόβος δεν μπορεί να θεωρηθεί επιστήμη, είναι, χωρίς αμφιβολία, μια τεχνική.

Αυτό που ξαφνιάζει, πράγματι, στον κόσμο που ζούμε είναι, πρώτα απ'όλα και γενικά, ότι οι περισσότεροι άνθρωποι (εκτός από τους πιστούς κάθε είδους) δεν έχουν μέλλον. Δεν υπάρχει αξιόλογη ζωή χωρίς προβολή στο μέλλον, χωρίς ελπίδα ωρίμανσης και προόδου. [...]
Δεν είναι, φυσικά, η πρώτη φορά που οι άνθρωποι βρίσκονται μπροστά σ'ένα μέλλον υλικά αδιέξοδο. Παλιά όμως θριάμβευαν, συνήθως χάρη στο λόγο και στη φωνή. Επικαλούνταν άλλες αξίες που εμψύχωναν τις προσδοκίες τους. Σήμερα, κανείς δεν μιλά πια (εκτός από κείνους που επαναλαμβάνονται), επειδή ο κόσμος μοιάζει να οδηγείται από τυφλές και κουφές δυνάμεις που δεν θ'ακούσουν τις προειδοποιητικές κραυγές, ούτε τις συμβουλές, ούτε τις παρακλήσεις. Κάτι έσπασε μέσα μας μετά από το θέαμα των χρόνων που μόλις ζήσαμε. Κάτι σαν την αιώνια εμπιστοσύνη του ανθρώπου, που τον έκανε πάντα να πιστεύει ότι μπορούσε να περιμένει από το συνάνθρωπό του αντιδράσεις ανθρώπινες, μιλώντας του τη γλώσσα της ανθρωπιάς. Είδαμε ψεύδη, εξευτελισμούς, φόνους, εξορίες, βασανιστήρια, και κάθε φορά ήταν αδύνατο να πείσουμε εκείνους που τα διέπρατταν να μην το κάνουν, επειδή ήταν σίγουροι για τις πράξεις τους κι επειδή δεν πείθεις κάτι το αφηρημένο, δηλαδή τον αντιπρόσωπο μιας ιδεολογίας.

Ο μακρύς διάλογος των ανθρώπων σταμάτησε. Κι όπως είναι φυσικό, αν δεν μπορούμε να πείσουμε κάποιον, αυτός προκαλεί φόβο. [...] Ζούμε μέσα στον τρόμο γιατί η πειθώ έχει χάσει τη δύναμή της, γιατί ο άνθρωπος παραδόθηκε ολοκληρωτικά στην ιστορία και δεν μπορεί πλέον να στραφεί προς εκείνη την πλευρά του εαυτού του, το ίδιο αληθινή όπως και η ιστορική πλευρά, την οποία ξαναβρίσκει μπροστά στην ομορφιά του κόσμου και των προσώπων. Γιατί ζούμε στον κόσμο του αφηρημένου, τον κόσμο των γραφείων και των μηχανών, των απόλυτων ιδεών και του δύσκαμπτου μεσσιανισμού. Ασφυκτιούμε ανάμεσα σε ανθρώπους που πιστεύουν ότι έχουν απόλυτο δίκιο, είτε πρόκειται για τη μηχανή τους είτε για τις ιδέες τους. Και, για όλους εκείνους που ζουν μόνο με το διάλογο και τη φιλία των ανθρώπων, τούτη η σιωπή είναι το τέλος του κόσμου.
[...]
Μεταξύ των ισχυρών, αυτοί είναι άνθρωποι χωρίς βασίλειο. Δεν θα μπορέσουν να επιτρέψουν στην άποψή τους ν'αναγνωριστεί (δεν λέω να θριαμβεύσει, αλλά ν'αναγνωριστεί), και δεν θα μπορέσουν να ξαναβρούν την πατρίδα τους παρά μόνο όταν θα συνειδητοποιήσουν τι ακριβώς θέλουν και το εκφράσουν απλά και δυνατά έτσι ώστε τα λόγια τους να καταφέρουν να δέσουν σφιχτά μια δέσμη ενεργειών. Κι επειδή ο φόβος δεν είναι η κατάλληλη ατμόσφαιρα για τη σωστή σκέψη, θα χρειαστεί επομένως, πρώτα απ'όλα, να είναι εντάξει με το φόβο.

Και για να είναι εντάξει μ'αυτόν, πρέπει να κατανοήσουν τι σημαίνει και τι αρνείται. [...]"

[Αλμπέρ Καμύ, Ο αιώνας του φόβου, δημοσιευμένο το 1945, από την έκδοση με κείμενά του Σκέψεις για την τρομοκρατία, εκδόσεις Καστανιώτη, 2003]

*τα τονισμένα αποσπάσματα έχουν υποδειχθεί από μένα

Feb 4, 2011

με τα λόγια του Καρούζου

ΣΤΑΘΜΙΖΟΝΤΑΣ Ή ΚΑΠΩΣ ΕΤΣΙ
Παράξενο μα η ζωή αστράφτει περισσότερο πιστεύω
στην εξαθλίωση
λεπταίνει ο χρόνος, εξοντώνει η πικρή πολύφυλλη απουσία
τα δευτερόλεπτα στα τέρματα των αριθμών ωσάν μικρόβια.
Ήτανε, λέει, δουλειά μας η ποίηση κι αφήναμε την αλήθεια
να τρέχει απ'το χαλασμένο καζανάκι.

[Νίκος Καρούζος, από τη συλλογή Δυνατότητες και χρήση της ομιλίας, 1979]

ΚΙ ΑΛΛΕΣ ΑΚΟΜΗ ΛΕΞΕΙΣ
Το έξω δε μας φταίει τίποτα
το προς τα έξω μάς φταίει.
Μέσ' στους καθρέφτες των μαγαζιών
ολόξαφνα
το βλέμμα μου γυρίζοντας βλέπω
το βλέμμα μου
την αδιέξοδη ματιά του σφαζόμενου ζώου.
Κι όλα με στέλνουν έρημο στην ερημιά μου.
Μαζεύεται σιγά-σιγά η καταιγίδα.
Σηκώνω τα μάτια και τη βλέπω:
θα ξεσπάσει.

[Νίκος Καρούζος, από τη συλλογή Αναμνηστική λήθη, 1982]

Feb 3, 2011

λέξεις παπάρια νο.3

Το κείμενο του ποινικού εγκληματία Θέμου Αναστασιάδη δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του. Με κάποια λάθη ή παραλείψεις. Πιθανότατα, να το πετσόκοψε η αρχισυνταξία -πολύ πιθανό να της χρωστάει μισθούς, ένσημα ή άλλα τέτοια ασήμαντα νομιμοφανή. Με τη μέθοδο 'για την αποκατάσταση της αλήθειας' που χρησιμοποιούσε ο Μπρεχτ, σας παραθέτω το αυθεντικό, προς χάριν της ενημέρωσης του αναγνωστικού κοινού -όπως είχα κάνει και παλιότερα:

Να ψηφίζουν ΜΟΝΟ οι λαθρομετανάστες στην Ελλάδα [δημοσιευμένος τίτλος]

== Να ψηφίζουμε εμείς οι ποινικοί περισσότερο από τους λαθρομετανάστες == [ο αυθεντικός τίτλος που απορρίφθηκε, λόγω προχωρημένου συντακτικού και υφέρπουσας ειρωνείας την οποία δεν έπιασαν στον κάτω όροφο]

Όταν το Συμβούλιο της Επικρατείας βγάζει αποφάσεις που παγώνουν ολόκληρα αναπτυξιακά έργα για να μην πειραχθεί ένα δεντράκι είναι «καλό και άγιο» για την προοδευτική υποκριτική αριστερά. Ως αναπτυξιακά έργα νοούνται όλες οι παραφυάδες και οι μπετόν απολήξεις των επιχειρηματικών ονειρώξεων του Λαλιώτη, του Βωβού και του Κακλαμάνη, καθώς και μιας παρέας φίλων μου εκδοτών που μαζευόμαστε μετά τα ματς του Γαύρου στο Μικρολίμανο και τα λέμε, πίνοντας grappa και μασουλώντας camembert. Αν δεν είχαμε και αυτή την υποκριτική αριστερά, θα τα'΄χαμε αποψιλώσει όλα τα γαμημένα άχρηστα δεντράκια και θα'χαμε κάνει τώρα χρυσές δουλειές. Κωλοχώρα, δεν καταλαβαίνει τους επιχειρηματίες... Τώρα, λοιπόν, που το ΣτΕ πήρε την άκρως σημαντική ΕΘΝΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (κεφαλαία γράμματα για να καταλαβαίνεις και να εμπεδώνεις τα σημαντικά, ηλίθιε αναγνώστη μου) να μην επιτραπεί η ΨΗΦΟΣ των αλλοδαπών στις εκλογές, χάριν της εθνικής ΟΜΟΙΟΓΕΝΕΙΑΣ (πάλι κεφαλαία, γιατί με μικρά θα το προσπερνούσες, αφού είναι ακατανόητη έννοια -ενώ με κεφαλαία σου εντυπώνεται χωρίς να χρειάζεται να την καταλάβεις) το λένε αντιδραστικό και φασιστικό. Ευτυχώς βέβαια, γιατί κανονικά θα'πρεπε να τα λένε για μένα που γράφω τέτοιους εμετούς και περνάνε απαρατήρητοι. Και έτσι έχω γλιτώσει πολύ γιαούρτι και σκατό.


Jan 3, 2011

IV

Μην κοιτάζεις το δρόμο. Ακολούθησέ τον. Αλλά πως να τον ακολουθήσω και μέχρι πού; Να τον ακολουθήσω σαν αυτούς που έρχονται από την πόλη ή πάνε σ'αυτήν, σαν αυτούς που φεύγουν ή αυτούς που επιστρέφουν, σαν αυτούς που έρχονται να δουν και να ακούσουν ή σαν αυτούς που φεύγουν κουρασμένοι απ'όσα είδαν και άκουσαν; Σαν ποιους απ'όλους αυτούς; Ή σαν τι κοινό σε όλους αυτούς; Ή με ποιον άλλο τρόπο διαφορετικό από όλων αυτών;

Όπως και να'ταν, δεν μπορούσα παρά να φύγω. Όποιο κι αν ήταν το νόημα και η φύση της αγωνίας μου, η ανακούφισή της -και όχι το φάρμακό της, αυτό το ήξερα καλά- ήταν να φύγω, να ακολουθήσω εκείνο το δρόμο μέχρις εκεί που ήθελε το Πεπρωμένο. Γιατί, για ποιο σκοπό, αναζητώντας τι; Δεν ήξερα τίποτα περισσότερο απ'ό,τι ήξερα και για το νόημα και τη φύση της αγωνίας μου.


[Φερνάντο Πεσσόα, απόσπασμα από το διήγημα Ο Οδοιπόρος]

Aug 27, 2010

είμαι εδώ

Βυθίζομαι
Όλο και πιο μέσα μπαίνει και όλο προχωράει
Εκείνο που απ'έξω μ'έτρωγε
Αχόρταγο μα ζορισμένο
Στενό, γιατί τα γυαλιά του έσπασαν
τα μάτια του στένεψαν
-που καιρός πια για όραση-
τα πόδια του κόντυναν
οι ορίζοντες χάθηκαν
Εκείνο ζητούσε, εγώ μόνο έδινα
Άλλα όμως εκείνο ζητούσε
άλλα εγώ έδινα
unfair change
αυτά που εγώ έδινα δεν τα'θελε κανείς
Αυτά που εκείνο ζητούσε μια χαρά τα βρήκε
και συνεχίζει ακόμα να
τα κατασπαράζει
Κι έχω μείνει μισός
ίσως και λιγότερο


[17 του Αυγούστου, Κέρκυρα]

Jan 24, 2010

η σημασία μιας παράδοσης στον καιρό μας

Και πρώτα απ'όλα, τι θα πει παράδοση; Είν'τα παιδιά, είναι οι πρόγονοι, είναι συνήθεια, για υποχρέωση; Είναι κάτι που μας παρέχει ασφάλεια, ταυτότητα και σιγουριά, ή εμπόδια, αναστολές και αποθάρρυνση για μια προς τ'άστρα εκτόξευσή μας; Πως είμαστε τοποθετημένοι απέναντί της, είναι Κυρία, παρθένα ή γριά; Και πως μας φανερώνεται εντός μας; Με μια εσωτερική διεργασία, από ανάγκη που πολλές φορές μας οδηγεί στο βάθος των πηγών μας, ή από διάθεση να'μαστε κάτι διαφορετικό, να ξεχωρίζουμε απ'τους άλλους; Είναι παράδοση οι συνήθειες των πατέρων μας, οι παλιές φωτογραφίες των συγγενών μας, που σκονισμένες χάνονται στα συρτάρια, ή εκείνο το φως που μας αποκαλύπτει, το αποτύπωμα των δακτύλων μας, το περίγραμμα του σώματός μας, η σκιά μας;
Ιδιαίτερα τούτο τον χρόνο που την γιορτάζουμε κι επίσημα, μας ήρθε ο πειρασμός να θέσουμε το ερώτημα: Τι πάει να πει παράδοση;

Στις μέρες μας πολύ γιορτάζονται τα "παραδοσιακά" και προστατεύονται όχι μόνο απ'τις αρχές, αλλά κι από τους συλλόγους, κι από τα γυμναστήρια, κι από τα κόμματα και τις πολιτικές παρατάξεις. Θα'χετε ακούσει πως όλοι σκίζονται να μη χαθεί το πρόσωπό μας, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά μας, και δίχως να'χουμε δραχμή αποφασίζουμε τη διατήρηση κάθε σπιτιού και κάθε χώρου, μες στον οποίο κάποιος πρόγονος έζησε, σκέφτηκε ή τέλος πάντων έφτιαξε κάτι. Χώρια που υπάρχουν εκπομπές στην τηλεόραση, όπου καλοδιατηρημένες Κυρίες με οδοντιατρική άρθρωση και συνεχώς δακρύζοντα μάτια, προσπαθούν να μας πείσουν πως κάθε πρόγονος, όλοι οι πρόγονοι, αρκεί να μην είναι κάποιος ζωντανός, υπήρξαν όλοι τους υπέροχοι, γενναίοι και εθνικοί. Και δεν χωράνε αυτά αμφισβήτηση και κριτική. Αποτελούν παράδοση εθνική. Όμως έχουμε και μια διαφορετική παράδοση, πιο προοδευτική. Μες στην οποία ο συμπαθής μας Μουφλουζέλης κάνει περίπατο με τον στρατηγό Μακρυγιάννη, σε ώρες απογευματινές. Ο πατήρ ημών Βαμβακάρης μελοποιεί σε ήχο πλάγιο τη "Γυναίκα της Ζάκυνθος" του Διονύσιου Σολωμού. Και η Μαντώ Μαυρογένους χορεύει βαρύ ζεϊμπέκικο με την Ρόζα Λούξενμπουργκ, την Πασιονάρια ή την Πηνελόπη Δέλτα, ενισχύοντας έτσι το κίνημα για την απελευθέρωση των γυναικών.

Και όλ'αυτά μας συντηρούν τα τελευταία δέκα χρόνια, σ'ένα εκτυφλωτικό πανόραμα με μολυσμένο αγέρα, μες στον οποίο κινούμεθα όλοι μας, ανώνυμοι κι επώνυμοι, για να συνθέσουμε τελικά μια καινούρια και συγχρονισμένη εθνική φυσιογνωμία, κατάλληλη για αφίσες και γι αναγνωστικά σχολείων κατωτάτης εκπαιδεύσεως. Έτσι, λέμε, θα μπούμε στην αιωνία Ευρώπη. Ενώ άλλοι φωνάζουν πως έτσι θα εξαφανιστούμε μες στην μεγάλη Ευρώπη. Σημασία έχει πως είτε χαθούμε, είτε χωθούμε, θα'μαστε μέσα στην Ευρώπη. Κι όσο για την φυσιογνωμία, ας αρκεστούμε στην απλή Μεσογειακή. Η ημιμαθής προσήλωση των νέων μας στα "παραδοσιακά" και η χρήση των στοιχείων τους ανεξέλγκτα, μαζί με τις "φιλότιμες προσπάθειες" των "ειδικών καλλιτεχνών του σήμερα" να συνυπάρξει ο Μάρκος Μπότσαρης με τον Γκεβάρα, περιέχουν, αν όχι κίνδυνο, τουλάχιστο κάτι σαν γελοιοποίηση και μια καχυποψία για την εύκολη παρουσία της παράδοσης στα πόδια μας. Συγχρόνως δε, αποτελεί κι αναστολή για κάθε σοβαρότερη προσπάθειά μας να βγούμε απ'τ'αδιέξοδο των καιρών, σαν σύνολο, σαν έθνος και σαν άτομα.

Γιατί, να πούμε την αλήθεια, η αφελής υπενθύμιση της εκ παραδόσεως αρετής μας και της παραδοσιακής γραφικής ιδιοτυπίας μας, αν δεν προκαλεί θυμηδία, τουλάχιστον ενισχύει τον τουρισμό, είναι εμπορεύσιμη, που λένε, και στοχεύει στο να ενισχύσει το εθνικό μας φρόνημα. Άλλο, αν με το εμπόριο του γραφικού εκπορνεύετεαι η εθνική μας ευαισθησία και με την συνεχή πλύση εγκεφάλου περί του εθνικού, διαβρώνεται η ψυχικότητά μας και η πνευματική αντοχή μας.

Αλλά τι γίνεται με την αυθαιρεσία των ασυμβίβαστων και επαναστατημένων νεολαίων, που ανακαλύπτουν απαίδευτες προεκτάσεις ηρώων και γεγονότων του καιρού μας μέσα στην τοπική παράδοση; Πως ν'ανατιδράσει κανείς στις αφελείς δια λόγου ερμηνείες των ποιητικών κειμένων, και στην ακόμη αφελέστερη μουσική τους κάλυψη; Στ'αλήθεια, είναι παιδεία σήμερα να ερμηνεύει η Ρόζα Εσκενάζυ καθυστερημένα και λυπητερά τους προπολεμικούς και ανώνυμους ρεμπέτες, πλάι σε μεγαλοφάνταστα κι ακόμη αφελέστερα μελωδικά ντυσίματα των λόγων του Μακρυγιάννη ή του Σεφέρη ή του Καβάφη; Κι αυτό είναι παράδοση! Και στ'όνομά της φυσικά λειτουργεί μια καλοστημένη μηχανή που μας εξουθενώνει. Κι όμως όποιος σκέπτεται και όποιος έχει τουλάχιστον την πρόσφατη συνέχεια του τόπου μέσα του, είναι σε θέση ν'αντιληφθεί πως το μόνο που δεν μας χρειάζεται πια είναι το γραφικό, η παράσταση, οι αλλοτινές συνήθειες. Γιατί όλ'αυτά δεν μας ενώνουν με τους προγόνους μας, αν δεν τους έχουμε ήδη μέσα μας, τοποθετημένους ανεξίτηλα. Και γεννιέται πάλι ένα άλλο ερώτημα. Πόσο μας είναι η παρουσία τους χρήσιμη εντός μας; Και ιδιαίτερα σε τούτους τους καιρούς; Γιατί οι νεκροί, ως γνωστόν, μας συγκρατούν από το κακό, αλλά και μας κρατάνε δέσμιους στη Γη, δεν μας αφήνουν να πετάμε αν δεν τους αρνηθούμε. Χωρίς πάλι αυτό να σημαίνει πως έχουμε ανάγκη από μια χωρίς όρια παρουσία τους. Όταν μετά τον πόλεμο ο Πικιώνης με μαθητές του τοποθετούσε με περίσσια προσοχή το ένα πετραδάκι πλάι στο άλλο στου Λουμπαρδιάρη, ο Ελύτης είχε κιόλας ανακαλύψει, με την βοήθεια της Μαρίνας και της Ελένης του, το Αιγαίο, ο Εγγονόπουλος τα σπίτια των Ιωαννίνων κι ο Μόραλης με τον Νικολάου τις πόρτες και τα παραθύρια της Αίγινας και του Πόρου. Ο Σικελιανός έκανε παρέα με τον Σωτήρη τον Σπαθάρη στην Κηφισιά κι ο Καζαντζάκης έγραφε την "Ασκητικής" του απομονωμένος στην Αίγινα. Τότες κι εγώ, γνήσιο παιδί εκείνου του καιρού, πρωτοανεκάλυπτα χωρίς μεθύσια και ναρκωτικά, μονάχα με βαρύ γλυκό, τον Μάρκο, τον Τσιτσάνη και τον Δασκαλάκη. Πριν τριανταπέντε χρόνια...
Να μην ξεχνάμε επίσης πως η χώρα ήταν κατεστραμμένη απ'τον πόλεμο, την κατοχή και τους Γερμανούς και το επίσημο ελληνικό κράτος εκείνου του καιρού χτυπούσε κάθε τόσο ένα τεράστιο γκονγκ από το ραδιόφωνο για να μας θυμίζει, με βροντερή φωνή, πως είμαστε τριών χιλιάδων χρονών γέροι, λες κι ήταν φάρμακο ή συνταγή για ανοικοδόμηση. Έτσι λοιπόν γεννήθηκε η ανάγκη για ό,τι μικρό, αληθινό και ταπεινό: αντίδραση υγιής, των φωτισμένων, στον φανφαρονισμό και στον επίσημο και προγονόπληκτο σκοταδισμό. Το γραφικό υπήρξεν απαραίτητο. Με μόνη διαφορά, πως δεν επρόφθασε να γίνει ουσία και να ξεπεραστεί μέσ'από διεργασίες πνευματικές. Άρχισε ο τουρισμός, η καλοπέραση και το εμπόριο. Υποχρεωθήκαμε να φορέσουμε τις εθνικές στολές και να χορέψουμε τον Καλαματιανό για Γάλλους, Άγγλους και Γερμανούς. Να φωτογραφηθούμε με σπασμένες κολώνες και να μιλήσουμε αρχαία σε αγγλική μετάφραση. Έτσι σήμερα ζούμε την τόσο συγκεχυμένη σχέση μας με την παράδοση. Όλα τα θεωρούμε απαραίτητα, για να μπορέσουμε στο μέλλον να συμπληρώσουμε πιστοποιητικά καταγωγής. Κι ακούγεται παντού το κάπως φαρισαϊκό μας αίτημα. Η Ταυτότητα. Να μην χάσουμε την εθνική μας ταυτότητα. Αλλά κανείς δεν επιχειρεί να διευκρινίσει ποια στοιχεία ακριβώς συνθέτουν την ταυτότητά μας, για να φροντίσουμε να τα μαζέψουμε και να την προφυλάξουμε επιμελώς μέσα σε πλαστική ή δερμάτινη θήκη. Και τέλος, μας είναι πράγματι απαραίτητη, με τα στοιχεία του παρελθόντος; Αρχίζω επίσης ν'αμφιβάλλω.

Κείνο που νιώθω σίγουρα μέσα μου είναι μια φυσική απέχθεια σ'ό,τι χρειάζεται παράσταση, σε ό,τι γραφικό. Δεν με ενδιαφέρουν οι συνήθειες το πατέρα μου και των λοιπών συγγενών, παρά μόνο στο ποσοστό που συντηρούνται μέσα μου και μ'εξυπηρετούν στο σήμερα. Κι αν αυτό που περιέχω είναι μια ένδειξη ελληνικής παράδοσης, τότε καλώς να υπάρξει. Γιατί δεν μ'αρέσει να παριστάνω τον πολύ Έλληνα. Θέλω να είμαι όσο είμαι. Καιρός είναι η έννοια Έλληνας να δώσει τη θέση της στην έννοια άνθρωπος. Και τότες πιστεύω πως θα συνδεθούμε με μια πιο βαθιά παράδοση που, κατά σύμπτωση, είναι κι αυτή γνησίως ελληνική.

Με δυο λόγια το θέμα μας είναι: Υπάρχει στον καιρό μας μια υπερβολική και αυθαίρετη χρήση της έννοιας παράδοση. Δημιουργούμε παραστάσεις και αποτυπώνουμε τις έγχρωμες φωτογραφίες στην μνήμη των προγόνων μας. Μπερδεύουμε τους Ήρωες και το περιεχόμενό τους και τους κάνουμε να ζουν δισδιάστατα όπως στον Καραγκιόζη ο Μέγας Αλέξανδρος με τον Βεζύρη. Και οι δυο μεγαλόπρεποι και συμπαθείς. Μας εκστασιάζει ο τσάμικος μέσα σε ντισκοτέκ. Είμαστε σε θέση λοιπόν να βρούμε την αληθινή ροή μαας μες στους καιρούς που έρχονται, για να δεχθούμε κάποτε μια οδυνηρή πραγματικότητα σαν την μόνη αλήθεια; Ποιά είναι τα ηθικά στοιχεία μέσα απ'την παράδοση για να τα συλλέξουμε και πως θα επιτευχθεί η απόρριψη του γραφικού;

Σας τα παραδίδω και συγχωρέστε μου που δεν υπήρξα πιο μεθοδικός στην τοποθέτηση του θέματος. Διαθέτω βλέπετε ποιητική ιδιοσυγκρασία που μου απαγορεύει την ομαλή δομή.

[κείμενο του Μάνου Χατζιδάκι, κάπου μεταξύ 1980 και 1988 -πιθανώς το 1985- απο την έκδοση-συλλογή των κριτικών κειμένων του με τίτλο Ο καθρέφτης και το μαχαίρι, εκδόσεις Ίκαρος, 1988, έκτη έκδοση:2008]

*τα τονισμένα αποσπάσματα έχουν υποδειχθεί από εμένα.

Jan 20, 2010

The Hollow Men

Mistah Kurtz—he dead.

     A penny for the Old Guy

I

We are the hollow men
We are the stuffed men
Leaning together
Headpiece filled with straw. Alas!
Our dried voices, when
We whisper together
Are quiet and meaningless
As wind in dry grass
Or rats’ feet over broken glass
In our dry cellar

Shape without form, shade without colour,
Paralysed force, gesture without motion;

Those who have crossed
With direct eyes, to death’s other Kingdom
Remember us—if at all—not as lost
Violent souls, but only
As the hollow men
The stuffed men.

II

Eyes I dare not meet in dreams
In death’s dream kingdom
These do not appear:
There, the eyes are
Sunlight on a broken column
There, is a tree swinging
And voices are
In the wind’s singing
More distant and more solemn
Than a fading star.

Let me be no nearer
In death’s dream kingdom
Let me also wear
Such deliberate disguises
Rat’s coat, crowskin, crossed staves
In a field
Behaving as the wind behaves
No nearer—

Not that final meeting
In the twilight kingdom

III

This is the dead land
This is cactus land
Here the stone images
Are raised, here they receive
The supplication of a dead man’s hand
Under the twinkle of a fading star.

Is it like this
In death’s other kingdom
Waking alone
At the hour when we are
Trembling with tenderness
Lips that would kiss
Form prayers to broken stone.

IV

The eyes are not here
There are no eyes here
In this valley of dying stars
In this hollow valley
This broken jaw of our lost kingdoms

In this last of meeting places
We grope together
And avoid speech
Gathered on this beach of the tumid river

Sightless, unless
The eyes reappear
As the perpetual star
Multifoliate rose
Of death’s twilight kingdom
The hope only
Of empty men.

V

Here we go round the prickly pear
Prickly pear prickly pear
Here we go round the prickly pear
At five o’clock in the morning.

Between the idea
And the reality
Between the motion
And the act
Falls the Shadow
                               For Thine is the Kingdom

Between the conception
And the creation
Between the emotion
And the response
Falls the Shadow
                               Life is very long

Between the desire
And the spasm
Between the potency
And the existence
Between the essence
And the descent
Falls the Shadow
                               For Thine is the Kingdom

For Thine is
Life is
For Thine is the

This is the way the world ends
This is the way the world ends
This is the way the world ends
Not with a bang but a whimper.

[T.S.Eliot, The Hollow Men, 1925]



ΕΤΣΙ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ...
ΟΧΙ Μ'ΕΝΑ ΒΡΟΝΤΟ, ΜΑ Μ'ΕΝΑ ΛΥΓΜΟ.
Κλισέ, χιλιοπαιγμένο, κοινότοπο ίσως.
Όσο κι οι κούφιοι άνθρωποι.

Jun 2, 2009

χειρονομίες

Λίγο-λίγο τα πράγματα αδειάζουν, όπως εκείνα τα μεγάλα κόκκαλα
που συναντούσαμε το καλοκαίρι στ’ ακρογιάλι ― κόκκαλα αλόγων
ή ζώων προϊστορικών· αδειάζουν απ’ τη μέσα ουσία, απ’ το μεδούλι·
μένει μονάχα ένα στέρεο λευκό, σαν έλλειψη χρώματος, με αόρατες τρύπες,
όπως το χρώμα εκείνο μέσα στα δωμάτια, το χειμώνα, όταν έξω
βρέχει ραγδαία. Τότε κρατάς το χερούλι της πόρτας ή το χερούλι
απ’ το φλιτζάνι του τσαγιού, κι ούτε που ξέρεις αν εσύ τα κρατάς ή σε κρατούνε
ή αν κρατιούνται κι εκείνα κι εσύ. Και, ξαφνικά, καθώς δοκιμάζεις
να πιεις το τσάι σου, βλέπεις στα δάχτυλά σου ανάμεσα το πορσελάνινο χερούλι
μόνο του· ―το φλιτζάνι λείπει· ―περιεργάζεσαι αυτό το χερούλι, τόσο άσπρο,
τόσο αβαρές, σχεδόν κοκκάλινο ―και το βρίσκεις ωραίο, σε σχήμα
μισού μηδενικού― γυρεύει τη συμπλήρωσή του, ενώ, αντίκρυ, στον τοίχο,
μέσ’ από μια βαθιά ρωγμή, βγαίνει ζεστός ο ατμός απ’ το τσάι που δεν ήπιες.

[Γιάννης Ρίτσος, Αναχωρήσεις, ΙΙΙ, από τη συλλογή Επιτομή]

Apr 20, 2009

από το Φλεβάρη

Τι είναι η ποίηση;
Λίγες λέξεις και πολύ λευκό χαρτί.
(πολύ κακό για το τίποτα θε έλεγε κανείς.
τσάμπα πάει το χαρτί)
Άραγε, όμως, κι εμείς κάτι τέτοιο δεν είμαστε;
Λίγα λόγια και πολύ ανείπωτο.
Όσα και να πεις, πάντα θα υπάρχει το κενό.
Το κενό σου.
(έπαψε ποτέ να σου κάνει παρέα;)

Για την ακρίβεια,
όσο περισσότερα λες, τόσο μεγαλώνει το κενό.
οι παλιοί θα έλεγαν ότι όσα περισσότερα μαθαίνεις τόσο συνειδητοποιείς ότι δεν ξέρεις τίποτα.
οι παλαιοί.
(και ο Σωκράτης κάτι τέτοια δεν έλεγε;)

Εγώ θα έλεγα απλά:
πολύ καλό για το τίποτα.


[δικό μου, 5 του Φλεβάρη, κάπου]

Apr 14, 2009

για το Στέλιο

Είναι ωραία τα παλιά μεγάλα δέντρα
στέκονται δίπλα στο ποτάμι και κοιτάνε
δίπλα τους παίζουν τα παιδιά και τραγουδάνε
τα δέντρα ακούνε και δε βγάζουνε κουβέντα

Κοιτάζω τα παλιά μεγάλα δέντρα
όμως αυτά όλο τα σύννεφα κοιτάνε
ανατριχιάζουνε τα φύλλα τους πετάνε
μέχρι το σπίτι σου και πέφτουν στα τσιμέντα

Μπορείς αν θέλεις να κρυφτείς όταν θα βρέχει
κάτω από κείνα τα πλατάνια τα μεγάλα
μα έτσι γρήγορα το σύννεφο όπως τρέχει
η καταιγίδα θα ξεσπάσει ποιος αντέχει

Πήγαινε σπίτι σου λοιπόν και παρακάλα
να κάνει ο κεραυνός πως δεν τα είδε
αυτά τα δέντρα τα ωραία τα μεγάλα
αυτά τα δέντρα ανάμεσα σε τόσα άλλα

[Παύλος Παυλίδης, Τα δέντρα, από το δίσκο Αφού ξεχάστηκα λοιπόν]

Πήγαινε σπίτι σου λοιπόν και παρακάλα
μια μέρα η σκιά τους να'ναι φίλη
αυτά τα δέντρα τα ωραία τα μεγάλα
να σ'αγκαλιάσουν και να δεις τη μέσα ύλη

Αυτή που σ'έκανε παλιά να τα φοβάσαι
και δεν σε άφηνε πλάι τους να περπατήσεις
ίσως φοβόντουσαν κι εσένα αυτά τα δέντρα
πάντα τρομάζουν αν δεν θες να τους μιλήσεις

Γιατί ακούνε και δεν βγάζουνε κουβέντα
κι απ'το νερό, ετούτο το'χουν πιο ανάγκη
αυτά τα ωραία τα παλιά μεγάλα δέντρα
ήταν οι φίλοι σου και όχι τα τσιμέντα

[προσθήκη εμπνευσμένη και σπεσιαλιτέ αφιερωμένη για το Στέλιο]