Jun 26, 2012

Ποιος παίζει Μπετόβεν όταν ο κόσμος πεθαίνει της πείνας;


Όταν παίζουμε μουσική διηγούμαστε, μερικές φορές και ασυνείδητα ακόμη, κάποια πράγματα. Μπροστά σε ένα κοινό το οποίο, για παράδειγμα, δεν έχει δει ποτέ στη ζωή του πιάνο ή κλαρινέτο, η πρώτη επαφή με τη μουσική είναι μια αποκάλυψη, ένα είδος θείας κοινωνίας μεταξύ της μουσικής και των ανθρώπων αυτών.

Εδώ και 20 χρόνια, κάπου στη Νέα Υόρκη ή στο Λονδίνο, ένας διοργανωτής συναυλιών μου είπε: "Δεν είναι απαραίτητο να δίνεσαι ολοκληρωτικά κάθε φορά που παίζεις, εκτός κι αν παίζεις σε μεγάλες πόλεις". Μου πρότεινε να παίζω 250 φορές το χρόνο κι εγώ του είπα ότι κάτι τέτοιο για μένα είναι τελείως αδύνατο. Κάθε συναυλία είναι για μένα μια τεράστια συναισθηματική –αλλά και σωματική- δοκιμασία. Μετά από κάθε συναυλία έχω ανάγκη από τρεις μέρες καθημερινής ζωής και εργασίας με το πιάνο μου. Μου απάντησε: "Μα όλα αυτά είναι πολύ απλά. Καταναλώνεσαι μόνο στις μεγαλουπόλεις. Στις υπόλοιπες βάζεις απλά τη μηχανή σε λειτουργία".

Καμιά φορά όταν παίζουμε βρισκόμαστε σε τέτοια κατάσταση υπευαισθησίας που έρχονται στο μυαλό μας νέες ιδέες που γεννιώνται από την παρουσία του κοινού. Έτσι για μερικά έργα κατ’εξοχήν συγκινησιακά φορτισμένα, όπως για παράδειγμα το ρομαντικό ρεπερτόριο ή οι δραματικές σονάτες του Μπετόβεν, μόνο αφού τα παίξουμε μπροστά στο κοινό καμιά εικοσαριά φορές τουλάχιστον, αρχίζουμε να βρίσκουμε αυτή τη γαλήνια και συνάμα γεμάτη πάθος γραμμή μουσικής έκφρασης. Στις φυλακές ή μπροστά σε χωριάτες, πολύ συχνά τυχαίνει να παίζουμε το ίδιο κομμάτι πολλές φορές, κάτι που δεν γίνεται στις συναυλίες. Εκείνη τη στιγμή πρέπει να ψάξουμε να βρούμε την εικόνα που αντιστοιχεί στη μουσική, μια στιγμή δημιουργίας, μια στιγμή έντονης μέθεξης. Στη φυλακή των Μπωμέτ, στη Μασσαλία, έπαιζα ένα κομμάτι του Γ.Σ.Μπαχ, και ένας κρατούμενος είπε ότι αισθάνθηκε ότι βρισκόταν αλλού, ότι ταξίδευε με τη μουσική αυτή και ότι βρέθηκε στην Ελβετία, μια χώρα που τον άφηνε εντελώς αδιάφορο. Πίσω του έβλεπε ένα κάστρο, που ούτε κι αυτό τον ενδιέφερε, και μπροστά του υπήρχε μια λίμνη. Αυτή η λίμνη αποκτούσε στα μάτια του μεγάλη σπουδαιότητα εξ αιτίας του χρώματος του νερού, ένα χρώμα που μέχρι τώρα δεν είχε ξαναδεί. Ένας άλλος μου είπε: "Κι εγώ βρισκόμουν αλλού, ήμουν καθισμένος στην όχθη του ποταμού όπου το νερό κυλούσε γαλήνια". Ένας άλλος απλά σχολίασε: "Βρέχει". Κι όμως δεν τους είχα καθόλου μιλήσει για τις δικές μου, τις προσωπικές εντυπώσεις, απλά έπαιξα το ίδιο κομμάτι τρεις φορές. Λίγο αργότερα ανέσυρα την παρτιτούρα μου, όπου είχα σημειώσει τις πρώτες μου εντυπώσεις όταν διάβαζα το συγκεκριμένο έργο. Είχα σημειώσει: Το νερό που κυλά γαλήνια.

Μια μέρα ένας κρατούμενος μου μίλησε για ένα, εμπορικό προφανώς, μουσικό κομμάτι. Τον ρώτησα για τί μίλαγε η μουσική αυτή. Και μου είπε: "Ονομάζεται Γράμμα στη μητέρα μου". Τον ρώτησα λοιπόν θες να παίξω ένα γράμμα στη μητέρα σου; -Και βέβαια. –Πως είναι η μητέρα σου; -Είναι πολύ καλή. Είναι μια γυναίκα γεμάτη αγάπη.

Του έπαιξα ένα νυκτερινό του Γκάμπριελ Φωρέ. Οι κρατούμενοι το άκουσαν σε απόλυτη σιγή και μου ζήτησαν να το επαναλάβω.

Οι καθηγητές των ωδείων δεν επιμένουν αρκετά πάνω σε αυτή την πτυχή της άμεσης επικοινωνίας της μουσικής. Τους απασχολούν κυρίως η τεχνική τελειότητα και οι ασκήσει με τον μετρονόμο και ξεχνούν το βασικό, που είναι η ανάσα των ήχων, η έξαρση, η ενέργεια που πρέπει καθένας να βρει μέσα στο κορμί του για να μπορέσει καλύτερα να μεταδώσει κάθε συναίσθημα. Η μουσική ξυπνά μέσα μας διάφορα πράγματα και η αποκάλυψη αυτή μπορεί να γίνει εμπειρία μαζική.

Πρόσφατα, στην Αντίμπ υπήρχαν πολλοί νέοι. Τους είπα: "Μπορώ, αν θέλετε, να σας δώσω μια τυπική συναυλία ή μια συναυλία με ό,τι μου ζητήσετε". Ούρλιαξαν: "Εμείς θέλουμε παραγγελίες". Μερικοί με ρώτησαν με μεγάλη άνεση: "Τι είναι για σένα η αγάπη, μουσικά;" Έπαιξα Σούμαν και Μπραμς. Και έπειτα: "Τι είναι για σένα η δόνηση, η ταραχή;" και έπαιξα την Ενάτη Σπουδή του Σοπέν. "Τι είναι ο θάνατος, η ηδονή;" Τι υπέροχος που ήταν αυτός ο κύκλος ανθρώπινων συναισθημάτων! Ούτε εγώ μα ούτε κι αυτοί θέλαμε πια να φύγουμε.

Πιστεύω ότι εμείς οι μουσικοί, οι καλλιτέχνες, οι διανοούμενοι είμαστε κατά κανόνα πολύ γενναιόδωροι. Έχουμε ανάγκη την ανθρώπινη επαφή και έχουμε την ανάγκη να δίνουμε. Ο περίγυρός μας όμως μας δημιουργεί σιγά-σιγά (και ανάλογα με το προχώρημα στη δουλειά) σκληρούς εξαναγκασμούς κυρίως υλικούς. Και τότε μας είναι δύσκολο να συμφιλιώσουμε αυτή την ευαισθησία με τις φροντίδες της καριέρας μας. Έγινε πια σχεδόν μόδα να παίζουμε υπέρ των δικαιωμάτων του ανθρώπου, με τον όρο βέβαια να δοθεί στην εκδήλωση όσο γίνεται μεγαλύτερη δημοσιότητα. Ή να παίζουμε υπέρ των προσφύγων, υπό τον όρο όμως να το κάνουμε μπροστά σε όλες τις τηλεοράσεις του κόσμου.

Όταν πήγαμε στη Χιλή την εποχή της δικτατορίας του στρατηγού Πινοσέτ, στις φτωχογειτονιές του Σαντιάγκο ή στυν ύπαιθρο, αισθανθήκαμε ότι προσφέραμε κάτι. Δεν μιλούσαμε για τα δικαιώματα του ανθρώπου γιατί θα μας κυνηγούσαν. Μιλούσαμε όμως για το Μπετόβεν, για τη ζωή του, παίζοντας μερικά κομμάτια και για όλα του τα όνειρα που έκανε για τη Γαλλική Επανάσταση. Έπαιξα Σοπέν και διηγήθηκα την εξορία αυτού του Πολωνού συνθέτη, και όλα αυτά ήταν τόσο πολύ συνδεδεμένα με τη χιλιανή ζωή που το κοινό εκφραζόταν με φράσεις και κραυγές. Και όλοι έφευγαν από τη συναυλία λέγοντας: "Πρέπει να αποκαταστήσουμε τη δημοκρατία!"

Γνώρισα έναν Λατινοαμερικάνο χωρικό ο οποίος διηγιόταν το πώς καταλάβαινε ο ίδιος τη ζωή του Μπαχ. Ήταν ερωτευμένος με μια μουσική που δεν είχε ακούσει ποτέ. Δεν ήξερε ποιος ήταν ο Μπαχ και νόμιζε ότι ήταν κάποιος σύγχρονός του από τη Βόρεια Αργεντινή. Ο άνθρωπος αυτός διηγόταν σε χιλιάδες ανθρώπους μέσα σε ένα εργοστάσιο ζάχαρης την πορεία που έκανε για να ανακαλύψει τη μουσική του Μπαχ, μέχρι που έμαθε τελικά ότι ο Μπαχ δεν ζούσε πια στις μέρες μας και ότι ήταν ένας εξαίσιος μουσικός. Έκανε μια διάλεξη εντελώς διαφορετική από αυτή που κάναμε εμείς στο ωδείο. Για αυτόν ο Μπαχ ήταν αδλεφός, ένας άνθρωπος με σάρκα και οστά που αντιμετώπιζε με θάρρος τα προβλήματα του κόσμου, μα πάνω απ’όλα ήταν ένα άτομο στρατευμένο, με την οικογένειά του, με τα θρησκευτικά του πιστεύω, που προσπαθούσε να τα βιώνει όσο το δυνατόν πληρέστερα χωρίς να νοιάζεται αν αυτό άρσεσε στις εκκλησιαστικές αρχές, και μάλιστα σε μια εποχή που οι μουσικοί ήταν σκλάβοι. Μίλησε λοιπόν για τη σημασία που είχε η λαϊκή μουσική στον Μπαχ. Εγώ που είχα ξοδέψει τρία χρόνια από τη ζωή μου μελετώντας τον δεν το είχα σκεφτεί ποτέ.

Διαφώνησα έντονα με τους Λατινοαμερικάνους διανοούμενους που υποστήριζαν: "Και τί ωφελεί να παίζεις Μπετόβεν όταν οι άνθρωποι πεινούν;" Και τους απαντούσα: "Μα όταν ακούν Μπετόβεν, η ζωή τους αλλάζει. Κι εμείς οι ίδιοι αλλάζουμε". Κάποτε θα έρθει η μέρα όπου όλοι αυτοί θα γίνουν οι υποστηρικτές του πολιτισμού τους, όταν θα τον νοιώσουν σε όλη του την ομορφιά. Θα είναι ένας τρόπος για να αντιμετωπιστεί αυτή η καταναλωτική μουσική που εισβάλλει σε όλον τον πλανήτη.

[Miguel Angel Estrella, δημοσιευμένο στα Αφιερώματα της Le Monde Diplomatique, ελληνική έκδοση, τεύχος 4, Ιούνιος 1994]


Miguel Angel Estrella, διεθνώς αναγνωρισμένος πιανίστας, γεννήθηκε στην επαρχία Τουκουμάν στα βόρεια της Αργεντινής. Τα ανθρωπιστικά του αισθήματα των ώθησαν από πολύ νωρίς να παίζει μουσική και για τους πιο ταπεινούς. Το 1976 το στρατιωτικό καθεστώ τον υποχρέωσε να εγκαταλείψει τη χώρα του. Το 1977 στην Ουρουγουάη υπέστη την τύχη των «εξαφανισθέντων», και μόνο μετά από μια παγκόσμια εκστρατεία υποστήριξης κατάφερε να ξαναβρεί την ελευθερία του το 1980.

Mar 28, 2012

Η ακίνητη παρέλαση


Οι άνθρωποι κρατούσαν Κυριακές στα χέρια τους,
κρατούσανε αγαπημένα ονόματα
και μνήμες από εκδρομές που κάναν κάποτε
στη θάλασσα.
Οι δρόμοι ήταν έρημοι,
η θάλασσα ήταν μακρινή
και τα καράβια
είχαν αναληφθεί στον ουρανό
κι είχανε γίνει σύννεφα.
Οι άνθρωποι κρατούσανε λουλούδια μαραμένα
και κοίταζαν τον ουρανό.
Ένα κακό προαίσθημα βροχής
τους έκανε να μην μπορούν να προχωρήσουν.
Μέναν εκεί ακίνητοι σαν δέντρα
-ή μήπως ήταν ήδη δέντρα;-
Μέναν εκεί ακίνητοι σαν τοίχοι
-ή μήπως ήταν ήδη τοίχοι;-
Ο άνεμος σαν μεθυσμένος ή ανάπηρος
παραπατούσε ανάμεσά τους,
ξήλωνε τις αφίσες που'χανε ντυθεί,
τους γύμνωνε.
Οι άνθρωποι δεν αντιστέκονταν, περίμεναν·
με πέτρινα αγαλμάτινα χαμόγελα
-ίσως και να'ταν ήδη αγάλματα-
καλούσαν τα πουλιά.
Όμως εκείνα είχαν μια κατεύθυνση, ένα σκοπό,
τον ήλιο·
δεν χαμηλώνανε παρά για να πεθάνουν.
Οι άνθρωποι κρατούσανε νεκρά πουλιά στα χέρια,
πουλιά που ήταν κάποτε
χαρμόσυνες αργίες, Κυριακές
και εκδρομές στη θάλασσα.

[Αργύρης Χιόνης, Η ακίνητη παρέλαση, από τη συλλογή Σχήματα απουσίας, 1973]

*η φωτογραφία είναι του Σπύρου Στάβερη, αναδημοσιευμένη από εδώ

Jan 25, 2012

ο μεταίχμιος λόγος ενός δημιουργού

Η λέξη "μετέωρο" σημαδεύει το δισταγμό ανάμεσα σε ένα καμμένο χθες και σε ένα άγνωστο αύριο.
Η ταινία ασχολείται με το πρόβλημα των συνόρων σαν πρόβλημα ορίων, όχι μόνο γεωγραφίας αλλά όριο λόγου, όριο ανάμεσα στο χθες και το αύριο, όριο επικοινωνίας. Το πρόβλημα των συνόρων, ιδωμένο από όλες του τις πλευρές, ακόμη και από την υπαρξιακή του πλευρά. Τα όριά μας, τα όρια της ύπαρξης. Το σύνορο ανάμεσα σε έναν εγκλωβισμό που είναι η ίδια μας η ύπαρξη και την ελευθερία πέρα από αυτό που είναι ένα καθαρά υπαρξιακό πρόβλημα.
Η Αριστερά είναι πολύ φυσικό να έχει όλη αυτή την προβληματική. Να αισθάνεται δηλαδή την απώλεια και το κενό. Εκείνο που είναι βέβαια σημαντικό είναι ότι δεν βλέπει ακόμη κανένα αύριο.
Μπορεί να γίνει ολόκληρη ανάλυση του τι σημαίνει το βίαιο πέρασμα από εβδομήντα χρόνια "κρατικού καπιταλισμού" σε μια κατάσταση ελεύθερης αγοράς. Είναι τέλος των ψευδαισθήσεων, αν βέβαια υπήρξαν. Το ερώτημα όμως είναι πόσο από τους ανθρώπους αυτούς πίστευαν στο λεγόμενο σοσιαλιστικό πείραμα. Αυτά που συμβαίνουν αυτή τη στιγμή εκεί, η έξαρση του εγκλήματος, η πορνεία, η πείνα, δεν δείχνουν καθόλου ότι οι άνθρωποι αυτοί διέθεταν συνείδηση σοσιαλιστική. Το αντίθετο. Από την άλλη μεριά μπορεί να είναι αρχή αυταπάτης, από τη στιγμή που οι άνθρωποι αυτοί νομίζουν ότι η λύση του προβλήματος είναι η ελεύθερη αγορά, ο άγριος καπιταλισμός. Όλα αυτά σηματοδοτούν τις εξελίξεις στην Ευρώπη. Μια Ευρώπη των προσφύγων, όπου το πρόβλημα της προσφυγιάς επιτείνεται ολοένα και θα'ναι αυτό που θα χαρακτηρίζει τα μελλοντικά χρόνια.
Η ένταξη στην Ευρώπη υπακούει σε μια οικονομική επιταγή ενώ η έκρηξη εθνικισμού σε ένα κενό της ύπαρξης. Η μια τάση λέει, το συμφέρον μας είναι η ένωση και η άλλη ότι μπροστά στο κενό και στην έλλειψη συστήματος αναφοράς το μόνο που μας απομένει είναι η θρησκεία και τα σύνορα. Βεβαίως υπάρχει μια τεράστια αντίφαση. Αυτή την αντίφαση θα τη ζήσει με πολύ έμφαση η Ευρώπη τα επόμενα χρόνια. Γι'αυτό ούτε η Ενωμένη Ευρώπη θα πάει τόσο ομαλά όσο προβλεπόταν από τους σχεδιαστές της.
[...]
Υπάρχει μια επιστροφή, η οποία όμως δεν είναι της έννοιας ότι η Ιστορία κάνει κύκλους και επιστρέφει στο ίδιο σημείο. Η Ιστορία προχωρά με σπιράλ. Ωστόσο υπάρχει ανάγκη γέννησης ενός καινούργιου οράματος, ενός καινούργιου ουμανισμού. Θα'λεγα έτσι τολμηρά, μια εφεύρεση ενός καινούργιου διαφωτισμού.
[...]
Δεν ξέρω τι μπορεί να προτείνει κανείς στη νέα γενιά. Εγώ από τη μεριά μου -αυτό που κάνει αυτή η ταινία μου, όπως και η προηγούμενη, είναι μια πρόταση ονείρου. Μια πρόταση ανακάλυψης μιας καινούριας ουτοπίας. Υπάρχει μια φράση μέσα στο έργο. Υποτίθεται ότι ο Μαστρογιάννι σαν πρόσωπο μέσα στην ταινία έχει γράψει ένα βιβλίο και το βιβλίο τελειώνει με την εξής φράση: "Μερικές λέξεις-κλειδιά θα μπορούσαν να δώσουν ζωή σε ένα καινούργιο συλλογικό όνειρο". Υπάρχει ένα παραμύθι μέσα στην ταινία που μιλάει για την εποχή στην οποία αναφέρονται όλοι οι μελλοντολόγοι, γύρω στο 4000, που η Γη θα πλησιάσει πολύ τον Ήλιο και θα αρχίσει να καίγεται. Όταν λοιπόν θα αρχίσει να καίγεται η Γη, λέει το παραμύθι που εξιστορεί ο Μαστρογιάννι, οι άνθρωποι του πλανήτη μας θα πρέπει να φύγουν ο καθένας από το μέρος που βρίσκεται και θα βρεθούν όλοι στην έρημο της Σαχάρας όπου ένα παιδί θα αμολήσει ένα χαρταετό. Ο χαρταετός θα πάει πολύ ψηλά και θα χαθεί στο διάστημα. Όλη η ανθρωπότητα θα κρατάει από κάτι, ένα ζώο, ένα φυτό, λίγους σπόρους στάρι. Θα πιαστούν από το σπάγγο και θα φύγουν με το χαρταετό στο διάστημα σε αναζήτηση άλλου πλανήτη.
Ένα είδος κιβωτού του Νώε. Μέσα από αυτό το παραμύθι φαίνεται ότι ο μοναδικός τρόπος σωτηρίας αυτού του κόσμου είναι να ονειρεύεται. Γιατί από τη στιγμή που δεν ονειρεύεται είναι άρρωστος.
Αυτή τη στιγμή φαίνεται ότι ο κόσμος όλος έχει φορέσει σκούρα γυαλιά και δεν βλέπει τίποτα. Δεν είναι έτσι. Ακόμη και όταν δεν αντιδρά, ακόμη και όταν δεν προφέρει τα χρώματα, ξέρει ότι υπάρχουν.
Ούτε αισιόδοξος ούτε απαισιόδοξος, βλέπω τα πράγματα πάντα σε σύνδεση με ένα παρελθόν και πάντα με μια ιστορική προοπτική. Γιατί αυτό που απουσιάζει σήμερα στη στάση των ανθρώπων είναι η ιστορική προοπτική. Όλοι έχουν μια αίσθηση τέλους, σαν πραγματικά όλα να τελειώνουν εδώ.

Θόδωρος Αγγελόπουλος

[από συνέντευξή του στο περιοδικό Επτάμισι, Ιανουάριος 1992]

*είναι η εποχή που παρουσιάζεται η ταινία του Το μετέωρο βήμα του πελαργού



Sep 15, 2011

ιταλία, όπως ελλάδα

[...] Στο βαθμό που, έξω απ'το θέατρο και την τέχνη, λείπει μια έρευνα, λείπει η εξιστόρηση μιας τραγωδίας, λείπει η χαρτογράφηση μιας πιθανής ευτυχίας, λείπει εκείνος που δίνει ηχώ σε μια κραυγή, λείπει εκείνος που ξαναγράφει τις ιστορίες, εκείνος που βρίσκει τους ενόχους, εκείνος που γράφει τις ειδήσεις, εκείνος που φτιάχνει βιβλιογραφίες από μαρτυρίες, αυτά τα κενά, πληρωμένα απ'το θέατρο, απ'τη λογοτεχνία, παραπέμπουν σε όλη την έκταση που μπορεί να λάβει το πληρωμένο κενό. [...] Στα θέατρα πηγαίνουν για να ακούσουν αυτόν που δεν μπορεί πια να μιλήσει από άλλα μέρη. Στα θέατρα επιλέγει κανείς να συζητήσει για τις νέες διαδρομές, γιατί έχει ανάγκη να κοιτάζει κάποιον κατάματα, να ακούει τις λέξεις να αναπηδούν και να οσμίζεται τους μεν και τους δε. Το παράδοξο που βρίσκει λύση είναι ότι ακριβώς το θέατρο, ένας καθ'ολοκληρίαν τόπος ψέματος, μυθοπλαστικής παράστασης, γίνεται ο τόπος της πιθανής αλήθειας. Της κάθε αλήθειας, κατά συνέπεια.

Η αλήθεια δεν είναι μετρήσιμη: οι παράμετροι, οι αποδείξεις, τα αποτελέσματα των ερευνών δεν λένε ποτέ την αλήθεια, εντούτοις την προσεγγίζουν, την περιχαρακώνουν. Εκείνο που ίσως μπορεί κανείς να εκτιμήσει είναι η δυνατότητα να κατακτηθεί και να διαρθρωθεί η αλήθεια, ο χώρος της, η περίμετρός της, οι συνθήκες στις οποίες γεννάται. Να γίνει αντιληπτός ο χώρος που παραχωρείται  στην έρευνα, στο στοχασμό, στη διαδρομή που ακολουθείται μέχρι να φτάσει κανείς στην αλήθεια, να την τεκμηριώσει, να βρει τον τρόπο να την πει. Και, κυρίως, να βρει τα εργαλεία για να την εστιάσει, να βρει την οπτική γωνία που δεν καθιστά απλό ό,τι είναι σύνθετο, αλλά το καθιστά ορατό και ευεξήγητο. Γιατί η αλήθεια, οποιαδήποτε αλήθεια, πρέπει κατά κύριο λόγο να ερμηνεύεται. Πόσο χώρο καταλαμβάνει σήμερα η αλήθεια, η εξιστόρησή της; Οι πιο κατάφωρες αλήθειες, αλλά και οι πιο κρυφές, καταφέρνουν να αποκαλυφθούν;

[...] Πως να εκτιμήσει κανείς την κατάσταση της αλήθειας στην Ιταλία; Την κατάσταση της δυνατότητας να την πεις, να την εντοπίσεις; Το επίπεδο της σεισμικής αντίληψης της αλήθειας σ'αυτή τη ΄χωρα, ο αδύναμος παλμός της ανιχνεύεται στον καρπό πολλών άγνωστων καταστάσεων, που μόλις τώρα αναφέρονται ακροθιγώς στα τοπικά χρονικά, παραμελημένες σαν απομονωμένες κορυφές: επεισόδια που αγνοεί όποιος ερμηνεύει το διάγραμμα. [...]

Συχνά, όταν οι άλλοι μου μιλούν για την Ιταλία με τα προβλήματα αποδιοργάνωσης, τα γραφειοκρατικά δράματα, την άναρχη δόμηση, την κίνηση που σου ρουφάει το χρόνο και τη ζωή, σαν μια παρακατιανή περιοχή της Ευρώπης που όμως παραμένει πάντα Ευρώπη, νιώθω σαν να ζω σε μια χώρα που δε γνωρίζω. Εγώ γνωρίζω μια χώρα όπου η ζωή του καθενός πληρώνει την απουσία βασικών αρχών. Να αποφασίσεις να μη μεταναστεύσεις. Να αποφασίσεις να ζητήσεις μια υπερωρία χωρίς να απολυθείς, να αποφασίσεις να ανοίξεις ένα κατάστημα χωρίς να πρέπει να προσανατολιστείς αυτόματα σε συγκεκριμένες προμήθειες, να αποφασίσεις να δώσεις τη μαρτυρία σου χωρίς να φοβάσαι τις συνέπειες. Να μπορείς να δουλέψεις σε μια έρευνα χωρίς να έχεις εναντίον σου ολόκληρη την περιοχή. Εκείνο που φαντάζει αυτονόητο οπουδήποτε αλλού, που είναι κατοχυρωμένο ως δικαίωμα, μηχανισμός τον οποίο αποδέχεται κανείς ως default, όπως θα έλεγαν οι πληροφορικάριοι, εδώ δεν έχει αξία. Υπάρχουν μέρη και καταστάσεις όπου δεν είναι δυνατόν να προφέρεις ονόματα, όπου και μόνο το να κοιτάς τη δουλειά σου αρχίζει να γίνεται ένα στοιχείο που σε εκθέτει σε κίνδυνο. Όπου εκείνο που θα έπρεπε να είναι απλό, όπως το να υποδεικνύεις ένα λάθος, να επισημαίνεις μια καταστροφή, να αποφασίζεις να καταγγείλεις ή απλώς να πεις κάτι, να το ζητήσεις, να το απαιτήσεις συνεπάγεται θυσία. Κίνδυνο. Φυγή. Απειλή θανάτου. Αυτό συμβαίνει στην Ιταλία.

Είναι να αναρωτιέται κανείς, κι εγώ το κάνω συχνά, αν πρόκειται για την οργή που μόνο το Κακό μπορεί να δείξει, σαν να προκαλεί στραβισμό στο μάτι, προσανατολίζοντάς το προς κάτι που ζει στα κρυφά και η οργή το ξετρυπώνει. Λες κι αυτό που κάνει το στομάχι σου να γυρίζει, ίδιο μ'ένα τέρας κλεισμένο στο σκοτάδι που δεν καταφέρνει να βρει οδούς διαφυγής, σου επιβάλλει να μη σκέφτεσαι κάτι άλλο, σε καταδικάζει στην εμμονή να σκέφτεσαι όσα δεν μπορείς να εκφράσεις, να σκέφτεσαι πώς είναι δυνατόν να υπάρχουν δεσμοί ανάμεσα σε εξουσίες όλο και πιο επεκτατικές που δε σου επιτρέπουν να ζεις όπως θα ήθελες. Αλλά το να το αγνοήσεις, να αγνοήσεις όλα αυτά είναι αδύνατον.

Μια καταλανική έκφραση μου έδινε ανέκαθεν το μέτρο για το πόσο δύσκολο είναι να ανιχνεύσει κανείς την αλήθεια: "Όταν υπάρχει πλημμύρα, το πρώτο πράγμα που λείπει είναι το πόσιμο νερό". Και μέσα στο χάος των πληροφοριών θέλεις να καταλάβεις πραγματικά τι συμβαίνει. Θέλεις πόσιμο νερό. Πόσο αξίζει η αλήθεια σ'ετούτη τη χώρα; Από που μπορούν να σταχυολογηθούν οι ιστορίες που χαράσσουν το περίγραμμά της; Η προσοχή αποκτά καθοριστική σημασία, γιατί μόνο αυτή επιτρέπει να μη βυθιστούν στη λήθη τα συγκεκριμένα γεγονότα. Αλλά η μόνη προσοχή είναι αυτή της διήγησης.

Το θέατρο μετατρέπει σε φωνή ό,τι είναι λέξη, του δίνει φυσιογνωμία, καλύπτει μ'ένα σάρκινο μανδύα τις λέξεις, χωρίς να τις καταπιέζει, αντιθέτως ξεσκεπάζοντάς τες, δίνοντάς τους επιδερμίδα και συνεπώς καθιστώντας τες ιστορίες ενός τόπου και κάθε τόπου, ένα πρόσωπο για όλα τα πρόσωπα, κι αυτό είναι που η εξουσία, οποιαδήποτε εξουσία, φοβάται περισσότερο. Γιατί πρόσωπα δεν έχουν πια οι εχθροί τους, εχθρός μπορεί να γίνει το κάθε πρόσωπο. Η δύναμη του θεατρικού χώρου ως τόπου που σπάει τη μοναξιά, που επιτρέπει τη διάδοση μιας αλήθειας καμωμένης από τύμπανα και ιδρώτα, από βλέμματα και αδύναμα φώτα, μου φαίνεται σήμερα περισσότερο απ'ό,τι σε άλλες εποχές απαραίτητη. Μια αλήθεια ειπωμένη σε συνθήκες μοναξιάς δεν είναι άλλο από μια εν πολλοίς καταδίκη αυτής της χώρας. Αν όμως αναπηδά πάνω στις γλώσσες των πολλών, αν προστατεύεται από άλλα χείλη, αν γίνεται κοινό γεύμα, παύει να είναι μια αλήθεια και πολλαπλασιάζεται, προσλαμβάνει νέα περιγράμματα, γίνεται πολλαπλή και πλέον δεν αποδίδεται μόνο σε ένα πρόσωπο, σε ένα κείμενο, σε μια φωνή. Και το συμπόσιο, η τράπεζα, το φαγοπότι στο οποίο αυτό μπορεί να συμβεί μου αρέσει να σκέφτομαι ότι θα μπορούσε να είναι και η σκηνή. Θα χρειαζόταν να απαιτήσουμε να στεγνώσει η διαρκής και υπερβολική προσοχή που δίνεται στις διακηρύξεις των πολιτικών και να δημιουργηθεί χώρος για μια συνεχή και πολυφωνική διήγηση της χώρας. Να απαιτήσουμε να πολλαπλασιαστούν οι διηγήσεις για να τη γνωρίσουμε και να την κατανοήσουμε ως τη μόνη προϋπόθεση για να πάρει κανείς πλήρη υπηκοότητα σε τούτη τη χώρα, για να καταλάβουμε πραγματικά ποιες δυναμικές την κυβερνούν, για να μάθουμε τι συμβαίνει πέρα απ'τις οχλαγωγίες της πολιτικής. [...]

[Ρομπέρτο Σαβιάνο, Και όμως, η αλήθεια υπάρχει, από το τελευταίο βιβλίο του Η ομορφιά και η κόλαση, εκδόσεις Πατάκη, 2011]

Jun 30, 2011

λεφτεριά

[...]

Τη λεφτεριά δεν τη ζητάν με παρακάλια, τήνε παίρνουν,

με τα δικά τους χέρια, μοναχοί.

Αν δεν υπάρχει όξω από σένα, ούτε και μέσα στην ψυχή σου

έργο δικό της θα την βρεις.

Από τους λίγους, που την έχουν, πάρ'τη να τήνε δώσεις σ'όλους

μ'όλους μαζί να τη χαρείς.

Όπου κι αν πάς, θα κουβαλείς τα σίδερα που σου τα βάλαν

οι όμοιοί σου κι όχ'οι ουρανοί.

Όσο μαζέβεις την ψυχή σου, την παρθενιά της για να σώσεις,

τόσο την κάνεις πιο στενή.

Την ύπαρξή σου την οκνή για να πλαταίνεις, να βαθαίνεις,

σμίξε με τον αμέτρητο Αριθμό!

Μέσα στου πόνου, που βογγά, την άσωτη Άβυσσο κατέβα.

Κει θα βρεις της Αλήθειας το Ρυθμό.

Της Ιστορίας το Νόμο ακλούθα πρώτος φωτεινά, δεν έχεις

Μοίρα δικιά σου για οδηγό.

Από τη Βία δε σε λυτρώνουν παρακάλια, καλοσύνη

και το ξετύλιμα τ'αργό

[...]


[Κώστας Βάρναλης, Λεφτεριά]

Jun 8, 2011

Αγάπη για την πατρίδα (μίσος για τους πατριδολάτρες)

Ο κ.Κ. δεν το'κρινε απαραίτητο να ζει σε μια συγκεκριμένη χώρα. Έλεγε: παντού μπορώ να πεινάσω. Κάποτε όμως έλαχε να περνάει από μια πόλη που την είχε κυριεύσει ο εχθρός της χώρας όπου ζούσε. Τον πλησίασε τότε ένας αξιωματικός του εχθρού και τον ανάγκασε να κατέβει από το πεζοδρόμιο. Ο κ.Κ. κατέβηκε και διαπίστωσε ξαφνικά ότι είχε αγανακτήσει ενάντια σ'αυτόν τον άνθρωπο, και μάλιστα όχι μόνο ενάντια στον άνθρωπο μα προπαντός ενάντια στη χώρα που ανήκε ο άνθρωπος αυτός, τόσο, που ευχήθηκε να γίνει ένας σεισμός και να την καταπιεί. Γιατί, ρώτησε ο κ.Κ., έγινα εθνικιστής εκείνη τη στιγμή; Γιατί συνάντησα έναν εθνικιστή. Μα γι'αυτό ακριβώς πρέπει να εξολοθρεύουμε τη βλακεία· γιατί κάνει βλάκες αυτούς που τη συναντούν.

[Μπέρτολτ Μπρεχτ, από τις Ιστορίες του κ.Κόυνερ, η διαλεκτική σαν τρόπος ζωής, εκδόσεις Θεμέλιο]

May 24, 2011

σύνορα

"Δεν χρειάζεται να το σκεφτώ. Όποια κι αν είναι τα προβλήματα που παρουσιάζονται, πάνω απ' όλα βάζω την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Τα σύνορα είναι μια κατάσταση μεταβλητή στους αιώνες και μάλιστα παράγωγο της ενστικτώδους και σκοτεινής πλευράς του ανθρώπου κι όχι επίτευγμα της πνευματικής του ανέλιξης. Για περισσότερα, παραπέμπω στην «Ερώτηση Κρίσεως», μικρό τραγουδάκι που περιλαμβάνεται στον νέο δίσκο. Και να μην ξεχνάμε ότι οφείλουμε την ύπαρξή μας ως είδος στη μετανάστευση".

Θανάσης Παπακωνσταντίνου


[από συνέντευξή του στη lifo, Φλεβάρης 2011]

Apr 9, 2011

πολιτική πορνογραφία

Ο όχλος, παραπλανημένος από απατηλά οφέλη, επιζητεί, συχνά, την καταστροφή του και συγκινείται, εύκολα, απο λαμπρές ελπίδες και απερίσκεπτες υποσχέσεις.

Ο λαός, πρώτ'απόλα, παραπλανημένος από απατηλά αγαθά, επιδιώκει πολλές φορές την αυτοκαταστροφή του, προξενώντας ατελεύτητα κινδύνουες και καταστροφές στις δημοκρατίες, εκτός εάν κάποιος, τον οποίον εμπιστεύεται, τον καθοδηγήσει, ώστε να αντιληφθεί τι είναι καλό και τι κακό γι'αυτόν. Όταν πάλι, κατά κακή τύχη, δεν εμπιστεύεται κανέναν, όπως ενίοτε συμβαίνει, επειδή εξαπατήθηκε στο παρελθόν από γεγονότα ή ανθρώπους, τότε αναπόφευκτα σπέρνει τον όλεθρο.
[...] Από αυτή την απροθυμία να εμπιστευθούν οποιονδήποτε, αποτυγχάνουν οι δημοκρατίες να λάβουν σωστές αποφάσεις (...).
[...] Στρεφόμενοι τώρα στο ερώτημα, για ποια πράγματα είναι εύκολο και ποια δύσκολο να πείσεις κάποιον, πρέπει να διευκρινίσουμε ότι εκείνο για το οποίο πρέπει να τον πείσεις είτε δείχνει, σε πρώτη ματιά, ως σίγουρη ή χαμένη υπόθεση, είτε, πάλι, μπορεί να του φανεί γενναία ή δειλή πράξη. Όταν οι προτάσεις που έχουν τεθεί στην κρίση του λαού δείχνουν να είναι σίγουρες υποθέσεις, μολονότι εμπεριέχουν συγκαλυμμένους κινδύνους, ή δείχνουν τολμηρές, ενώ υποκρύπτουν την καταστροφή της Δημοκρατίας, θα είναι πάντοτε εύκολο να πείσεις τις μάζες να τις υιοθετήσουν. Και, ομοίως, θα είναι πάντοτε δύσκολο να τις πείσεις να υιοθετήσουν μια πορεία που τους φαίνεται άνανδρη ή χωρίς ελπίδα, μολονότι περικλείει ασφάλεια και ηρεμία. [...]

Είναι πολύ εύκολο να διοικήσεις ένα κράτος όπου οι μάζες δεν είναι διεφθαρμένες. Όπου υπάρχει ισότητα είναι αδύνατον να εγκαθιδρύσεις ηγεμονία και όπου δεν υπάρχει είναι αδύνατον να εγκαθιδρύσεις δημοκρατία.

[...] εκείνα τα κράτη, όπου η πολιτική ζωή δεν έχει διαφθαρεί, δεν επιτρέπουν στους πολίτες των να διάγουν ως ευγενείς. Τηρούν, αντιθέτως, τέλεια ισότητα και είναι εξαιρετικά εχθρικοί προς τους άρχοντες και τους ευγενείς που ζουν στην ύπαιθρο. Τόσο εχθρικοί, ώστε αν πέσει κανείς στα χέρια τους, τους μεταχειρίζονται ως πηγές διαφθοράς και πρόξενους ανωμαλίας και τους σκοτώνουν.
Με τον όρο "ευγενείς" εννοώ όσους αργόσχολους ζουν από τις επικαρπίες των κτημάτων τους, χωρίς να ασχολούνται με την καλλιέργειά τους ή όποια άλλη χρήσιμη βιοποριστική απασχόληση. Αυτοί οι άνθρωποι είναι πανούκλα για τις δημοκρατίες, οπουδήποτε. Αλλά πιο ολέθριοι είναι όσοι, εκτός από εισοδήματα, κατέχουν κάστρα και έχουν υπηκόους υπό την εξουσία τους. [...] Αυτοί είναι η αιτιά που δεν στέριωσε καμιά δημοκρατία ή κάποια πολιτική ζωή σ'αυτές τις επαρχίες, γιατί, όσοι γεννιούνται υπ'αυτές τις συνθήκες, είναι εντελώς εχθρικοί σ'οποιαδήποτε μορφή πολιτικής διακυβέρνησης. Καμιά προσπάθεια να στεριώσει δημοκρατία δεν θα μπορούσε να επιτύχει σ'αυτές τις χώρες. Ο μόνος τρόπος να τις ανασυγκροτήσεις, θα ήταν να εγκαθιδρύσεις μοναρχία. Επειδή οι νόμοι δεν επαρκούν για να τις ελ΄γξουν, με υλικό τόσο διεφθαρμένο, είναι ανάγκη δίπλα στους νόμους να έχεις μιαν υπέρτερη δύναμη καταναγκασμού, όπως ένα μονάρχη, με τόσο απόλυτη και συντριπτική ισχύ, ώστε να αναχαιτίζει τις υπερβολικές φιλοδοξίες και τις διεφθαρμένες πρακτικές των ισχυρών.
[...]
1) Όπου είναι πολυάριθμοι οι ευγενείς, αυτός που προτείνει να εγκαθιδρυθεί η δημοκρατία, για να επιτύχει, πρέπει προηγουμένως να απαλλαγεί απ'αυτούς.
2) Όπου επικρατεί αξιοσημείωτη ισότητα, αυτός που προτείνει να εγκαθιδρυθεί βασιλεία ή ηγεμονία δεν πρόκειται να επιτύχει, παρά μόνο εάν από τους ίσους επιλέξει τα πλέον φιλόδοξα και ανήσυχα πνεύματα και δημιουργήσει μια πραγματική και όχι κατ'όνομα αριστοκρατία, χαρίζοντάς τους κάστρα και υποστατικά, περιουσία, δηλαδή, και υπηκόους. Μ'αυτόν τον τρόπο θα περιβάλλεται απ'αυτούς που θα στηρίζουν την εξουσία του, αφού αυτός θα ικανοποιεί τις φιλοδοξίες τους. Όσο για τους υπόλοιπους, θα εξαναγκασθούν, αποκλειστικά δια της βίας, να φέρουν και να υπομένουν ένα ζυγό.[...]

[Νικολό Μακιαβέλλι, από τη Χειραγώγηση του όχλου, γραμμένο μεταξύ 1500-1527, εκδόσεις Ροές, 2007]

Apr 8, 2011

you and the world

"To be nobody but yourself, in a world which is doing his best, night and day, to make you like everybody else, means to fight the hardest battle that any human being can fight; and never stop fighting".
E.E.Cummings, ποιητής

"In the fight between you and the world, back the world".
Franz Kafka, συγγραφέας

Mar 29, 2011

Για την αλήθεια

Στον κ.Κ., το στοχαστή, πήγε ο μαθητής Τίφ και του είπε: Θέλω να μάθω την αλήθεια.
Ποιαν αλήθεια; Η αλήθεια είναι γνωστή. Θέλεις να μάθεις την αλήθεια για το εμπόριο των ψαριών; Ή μήπως θέλεις να μάθεις την αλήθεια για το φορολογικό σύστημα; Αν μαθαίνοντας την αλήθεια για το εμπόριο των ψαριών πάψεις να πληρώνεις ακριβά τα ψάρια τους, τότε δε θα σου πουν ποτέ την αλήθεια, είπε ο κ.Κ.

[Μπέρτολτ Μπρεχτ, από τις Ιστορίες του κ.Κόυνερ, η διαλεκτική σαν τρόπος ζωής, εκδόσεις Θεμέλιο]