Feb 19, 2014

μικροί Μαρουάν


ένας πιτσιρικάς μόνος με σακούλα το βιος του / λένε ότι διέσχιζε την έρημο μόνος του -το πίστεψα / τελικά ήταν ψέμα / απλώς χάθηκε λέει από την οικογένειά του -έμεινε λίγο πίσω / το πίστεψα κι αυτό / περισσότερο γιατί δεν ήθελα να είναι μόνος / έρημος μέσα στην έρημο πως να περπατήσεις / αλλά και πάλι / μόνο εκείνος ξέρει την ερημιά του / εκείνος ξέρει μια άλλη γεωγραφία όχι αυτή του εμείς κι ο κόσμος / πέρα από την έρημο είναι οι νάρκες / πέρα από τις νάρκες είναι ένα σπίτι / πέρα από το σπίτι είναι θάνατοι και αποχωρισμοί πάλι / πέρα από όλα είναι ο φόβος / πως έχουν την πυξίδα τυπωμένη πάνω στους ναυτικούς τους χάρτες; αυτό / οδηγός είναι ο φόβος.

όλο χανόμαστε / κι όλο ξεγελάμε τους άλλους / και καταπάνω μας έρχονται / άνθρωποι από το βυθό που κρατάνε ένα γράμμα στα δόντια / έχει παραλήπτη αλλά δεν έχει αποστολέα / αν χαθεί δεν επιστρέφεται πουθενά / γράφει μέσα επιθυμίες και πόθους όλα σε ιερογλυφικά / γι'αυτό δεν διαβάζεται / όχι για τα ιερογλυφικά / αυτά τα μάθαμε με τον καιρό / οι πόθοι είναι που δεν διαβάζονται / ακατανόητη γλώσσα / κι εγώ δεν έχω καταφέρει να σε πάρω από το χέρι / δεν σ'έχω πάει κάπου / δεν έχω καταφέρει να δω το φίλο να χάνεται μέσα στην ευτυχία του / κι ας είμαι μαζί του ακόμα / όλο στο ίδιο σαλόνι τριγυρνάμε / εκεί που μυρίζουν ματαίωση τα κάδρα μας και ναφθαλίνη τα ποτά μας / κλισέ ξέρω / άκου όμως τώρα / στο Φαρμακονήσι ακόμα ξεβγάζει ανθρώπους ο βυθός / με γράμματα στα δόντια και αλυσίδες στα μάτια / σπάμε με τα γράμματα, διαβάζουμε με τις αλυσίδες / ενώ θέλαμε το αντίθετο / όλο μιλάμε για το αλλού κι όλο χανόμαστε.

ένας φίλος μου'πε ότι το Φαρμακονήσι είναι ρήμα / κι η έρημος ρήμα είναι, λέει / από αυτά που δεν έχουμε μάθει να κλίνουμε / μόνο πρώτο ενικό μάθαμε να προφέρουμε στα περισσότερα ρήματα / τα άλλα πρόσωπα παπαγαλία μόνο / μια μέρα θα τους ξεγελάσουμε όλους / πρώτα εμείς / θα ξεγελαστούμε για τα καλά / τόσο καλά που θα χαθούμε / σαν πιτσιρικάδες στην έρημο θα γυρνάμε / αυτό ναι το μάθαμε / απλώς τότε θα το απολαμβάνουμε κιόλας / δεν θα ψάχνουμε κατεύθυνση

Feb 7, 2014

δεν είναι ήττα είναι φως

στην είδηση της καταδίκης 25 χρόνων του Τάσου Θεοφίλου
και στο χαμόγελό του


φιρί φιρί το πάτε, να βγούνε νέοι Μπελογιάννηδες
γιατί το σκότος χαλυβδώνει τους ανθρώπους
εκεί
     μαθαίνουν τη ζωή κορώνα γράμματα

στη δυνατή φωτιά και το μεγάλο ψύχος
εκεί δένεται το ατσάλι, είπε ο Οστρόφσκι

κάνετε πως δεν ακούτε, γιατί ακόμα νικάτε
ακόμα νικάτε

αλλά εμείς μπορούμε και γελάμε

ποιοι είμαστε οι εμείς και ποιοι εσείς θα μου πεις
απλό:

εσείς είσαστε όσοι νικάτε
εμείς είμαστε όσοι μπορούμε και γελάμε

όσο κι αν νικάτε

Dec 30, 2013

επεξήγηση


[...] μια κοπέλα με νυχτικιά, χυμένα τα μαλλιά στην πλάτη, να διαβαίνει μπροστά μου, με σφιγμένες γροθιές, με την άσπρη της νυχτικιά, κι ακριβώς μπροστά μου, το μούτρο της αναδύεται, βάζει τα κλάματα και εξακολουθεί να διαβαίνει ως το άλλο άκρο της αποβάθρας, με ξέπλεκα μαλλιά, τις γροθιές έτσι, και τη νυχτικιά της, οπότε ξαφνικά εγώ, δεν αντέχω άλλο, αυτή τη φορά πάει τελείωσε, δεν κρατιέμαι πια, δεν αντέχω άλλο, όλον αυτόν τον κόσμο, τον καθέναν στη γωνίτσα του με την ιστοριούλα του, όλες αυτές τις φάτσες, δεν τους αντέχω άλλο, μπούχτισα μ'όλους, και μου'ρχεται ν'αρχίσω τις μπουνιές, τη γυναικούλα εκεί ψηλά, γαντζωμένη στην κουπαστή, μου'ρχεται να την αρχίσω στις μπουνιές, και τον Άραβα που ψέλνει μόνος του τα δικά του, μου'ρχεται να τον αρχίσω στις μπουνιές, τον ματσωμένο πίσω μου, πέρα στο άλλο άκρο του διαδρόμου, την παχνιασμένη γριά απέναντι, δεν την αντέχω πια τη φάτσα τους, δεν τον αντέχω άλλο αυτό τον πολτό, την κοπέλα με τη νυχτικιά στην άλλη άκρη του σταθμού, που συνεχίζει το κλαψούρισμα, κι εμένα, μου'ρχεται να αρχίσω να βαράω μπουνιές, έχω όρεξη να δείρω φίλε, τις γριές, τους Άραβες, τους ματσωμένους, τα πλακάκια στους τοίχους, τις γραμμές των βαγονιών, τους ελεγκτές, τους μπάτσους, να πλακώσω στο ξύλο τους πωλητές εισιτηρίων, τις αφίσες, τα φώτα, αυτή τη σκατομυρωδιά, αυτόν το σκατοθόρυβο, σκέφτομαι τα λίτρα μπύρας που'χα ήδη κατεβάσει και θα κατέβαζα ακόμα, ώσπου να μη χωράει άλλο η κοιλιά μου, και έμενα καθιστός με αυτή την επιθυμία ν'αρχίσω να βαράω μπουνιές φίλε, ώσπου να τελειώσουν τα πάντα, ώσπου να σταματήσουν όλα, και τότε σταματάνε διαμιάς τα πάντα, μια και καλή: δεν περνάνε πια οι αμαξοστοιχίες, σωπαίνει ο Άραβας, παύει ν'αναπνέει η γυναικούλα εκεί πάνω, και την κοπέλα με τη νυχτικιά δεν την ακούμε πια να ρουφάει τη μύξα της, τα πάντα σταματάν διαμιάς εκτός από εκείνη τη μουσική στο βάθος, και την παχνιασμένη γριά που ανοίγει το στόμα κι αρχίζει να τραγουδά με μιάν απίστευτη φωνή, παίζει κάτι ο ματσωμένος εκεί κάτω, χωρίς να τον βλέπουμε, και εκείνη το τραγουδά, αποκρίνεται ο ένας στον άλλο και πάνε μαζί σαν να'ταν μελετημένο (μια μουσική απίθανη, κάτι από όπερα ή καμιά τέτοια μαλακία), τόσο δυνατό όμως, τόσο μαζί, που σταματάν στ'αλήθεια όλα, και η φωνή της γριάς, κατακίτρινη, κατακλύζει τα πάντα και εγώ σκέφτομαι: οκέυ, σηκώνομαι τώρα, διασχίζω τρέχοντας τους διαδρόμους, πηδάω τις σκάλες, βγαίνω έξω από τον υπόγειο, και τρέχω, ονειρεύομαι πάλι μπύρα, τρέχω, μπύρα, μπύρα, σκέφτομαι: τι μπορντέλο, άριες της όπερας, γυναίκες, η παγωμένη γη, η κοπέλα με τη νυχτικιά, πουτάνες και νεκροταφεία, τρέχω και δεν μ'αισθάνομαι πια, αναζητάω κάτι που να μοιάζει με χορτάρι μέσα σ'αυτόν τον πολτό, περιστέρια πετάνε πάνω απ'το δάσος και οι στρατιώτες τα σημαδεύουνε, ματσωμένοι ζητιανεύουνε, αλητάμπουρες ντυμένοι στην τρίχα στρώνουν στο κυνήγι ποντικούς, τρέχω, τρέχω, τρέχω, ονειρεύομαι τον μυστικό ψαλμό των Αράβων μεταξύ τους, σύντροφοι, σε βρίσκω και σε πιάνω απ'το μπράτσο, θέλω τόσο πολύ ένα δωμάτιο και είμαι μούσκεμα, μάμα, μάμα, μάμα, μάμα, μη λες τίποτα, μην κουνιέσαι, σε κοιτάζω, σ'αγαπώ, φίλε, εγώ φίλε αναζητούσα κάποιον να είναι κάτι σαν άγγελος, μέσα σ'αυτό το μπορντέλο, και είσαι εδώ, σ'αγαπώ, και τα ρέστα, μπύρα, μπύρα, και εξακολουθώ πάντα να μην ξέρω πως να το πω, τι πολτός, σκέτο μπορντέλο, φίλε, κι έπειτα συνέχεια αυτή η βροχή, βροχή, βροχή, βροχή.

[Bernard-Marie Koltes, Η νύχτα μόλις πριν από τα δάση, εκδόσεις Άγρα, (1977)]

Jun 16, 2013

Άρης Βελουχιώτης: από την ιστορική ομιλία στη Λαμία το '44


Το Κομμουνιστικό Κόμμα δε βαδίζει τώρα για τον κομμουνισμό. Το ΚΚΕ έχει βέβαια στο πρόγραμμα του σαν τελική του επιδίωξη τον κομμουνισμό. Μα όχι για τώρα. Τον κομμουνισμό θα τον επιβάλλετε σεις, ο λαός κι όχι το ΚΚΕ. Κι είμαι βέβαιος ότι πολλοί από τους μορφωμένους μας, που δεν τον θέλουν σήμερα, θα ψηφίσουν τότε για να επικρατήσει ο κομμουνισμός. Σήμερα, όμως, το ΚΚΕ δεν επιδιώκει παρά μόνο μια δημοκρατική λύση του ελληνικού προβλήματος. Μα ας πούμε, ότι το ΚΚΕ θα εφαρμόσει τον κομμουνισμό. Λένε ότι ο κομμουνισμός χαλνά τις εκκλησιές και γδέρνει τους παπάδες. Τόσο χαζοί είναι λοιπόν οι κομμουνιστές να χαλάσουν τις εκκλησιές, που δεν τους εμποδίζουν σε τίποτα; Οι εκκλησιές μας φταίνε ή τα καράβια του Εμπειρίκου; Γιατί λοιπόν να κάψουμε τις εκκλησιές; Θα γδάρουμε τους παπάδες; Μα γιατί; Εμείς βλέπουμε, ότι χιλιάδες παπάδες βρίσκονται τώρα στην πρωτοπορία του κινήματος μας και η συμβολή του κλήρου, που στάθηκε στο πλευρό μας, υπήρξε ανεκτίμητη. Μήπως συμβαίνει το αντίθετο; Γιατί αυτοί που εμφανίζονται σαν προστάτες της εκκλησίας, γκρεμίσανε μαζί με τους Γερμανούς και γδέρνουνε παπάδες.

(διάβασε ολόκληρη εδώ)

May 13, 2013

η ευτυχία χορεύεται*

περπατούσαμε όλη μέρα κι αποκαμωθήκαμε
κάποιος πήγαινε μπροστά
εγώ κάπου πιο πίσω ακολουθούσα, ήμασταν πολλοί
θυμάμαι ποιοι και πόσοι
και κάτι γίνεται σε μια στιγμή και με βρίσκω να'χω ξεστρατίσει
για τα καλά όμως
ούτε τις φωνές τους δεν άκουγα
ούτε καν τους ψιθύρους τους, να φανταστείς
ούτε την ανάσα τους δεν ένιωθα· αν είναι δυνατόν
ή πολύ μπροστά είχα προχωρήσει, θα'τρεχα φαίνεται
ή κάπου έμεινα ξεχασμένος, κάποιο λουλούδι θα μύρισα
σε κάποιο άλλο αιώνα θα αποκοιμήθηκα
που να θυμάμαι ποιο και πόσο
δεν θυμάμαι καν πόσο χρονώ ήμουνα
δεν θυμάμαι καλά καλά αν ήμουνα εγώ

είναι στιγμές που όλα σου'ρχονται στο μυαλό σωματικά
και σε αποκαμώνουν
νιώθεις τις σκέψεις στα χέρια σου
δεν ξέρω πως γίνεται αυτό, αλλά σου μιλάω τώρα και τρέμω ολόκληρος
σωματοποιούνται οι σκέψεις ξερωγώ
κάτι σαν πυρετός παντού, δεν είμαι καλός στις παρομοιώσεις σχώρα με
είναι καιρός τώρα που θέλω να εξομολογηθώ
αλλά όχι ντιβάνια και παπάδες και μπλα μπλα
να βγω στη βροχή ουρλιάζοντας και κλαίγοντας
φωνάζοντας συνθήματα, ρίχνοντας καρέκλες στο πουθενά
αναποδογυρίζοντας κάδους, σμπαραλιάζοντας τον αυχένα μου
κρακ κρακ κρακ σε κάθε κίνηση
να διαλύομαι, κρακ κρακ
να βγάζω κραυγές που να κρατάνε όσο η νύχτα
κραααακ, πάρτα καραγκιόζη
έτσι, και να καίγομαι παράλληλα
κι ό,τι μείνει όρθιο απ'αυτό
αυτό να είμαι
καθαρός

λέει μια ψυχή πως για όλα φταίει κάποιο αξιωμένο βλέμμα
κάτι που ίσως με κοίταξε και με άλλαξε
γίνεται να αλλάξεις και μόνο από το κοίταγμα των άλλων
άκου να δεις πράματα
κι έτσι αρχίζεις, λέει, την κατιούσα μέχρι να βρεις ίσιωμα
κατιούσα εγώ ξέρω πως είναι ρώσικο τραγούδι
τραγουδισμένο στα σοβιετικά
στη γλώσσα της αγκαλιάς του κόσμου
άλλη ημιτελής γλώσσα κι αυτή

τι ταμπόν τι ταμπού, με την ίδια στολή προσπαθείς να μ'εξηγήσεις
αλλά δραπετεύω συνέχεια σαν το μπάσταρδο
που δεν μπορεί να κάτσει τον κώλο του σε μια λέξη
να βρει μία ρε παιδί μου και να τον περιγράφει
να πεις κάτι και να'ναι αυτό
αμάν πια με αυτές τις συνεχείς αναχωρήσεις
τσάο ραγκάτσι τσάο ψέλνει από το σαλόνι ο Τσελεντάνο
κι εγώ ακούω τσαρλατάνο
τον τσαρλατάνο μέσα μου, που με κοροϊδεύει
και με τις δύο έννοιες· με ξεγελά και με περιγελά
ο αλήτης
ξεγελασμένος από μέσα

ξέρεις τι'ναι να σου'ρχεται όλη η ζωή στη μούρη;
ξέρεις πόσο ανυπόφορη είναι ώρες ώρες η ευτυχία;
έχεις ιδέα πόσο δυστυχισμένο μπορεί να σε κάνει;
δυστυχισμένος θα πει χωρίς διέξοδο· χωρίς το άνοιγμα

είμαι τόσο καλά που θέλω να βάλω τα κλάματα
να'μαι μόνος χαράματα
πάντα μόνος είσαι τα χαράματα
α ρε γονίδη ποιητή
να'σαι μόνο χαράματα
αυτά είναι στόχοι
αυτή είναι μοίρα

γονίδης και λίγο κάφκα
να μιλάς μόνο με χρησμούς και επιθυμίες
και ακατάληπτα ξόρκια
εσένα θέλω μόνο αλλά δεν έχω χρόνο
είμαι μόνο χαράματα


[δικό μου ή του Μαγιού, Αθήνα]

Mar 16, 2013

hate

anyone can tell you there's no more road to ride
everyone will tell you there's no place to hide
there's no laws or rules to enchain your life
but the ones who didn't make it,
the ones who couldn't take it,
so glad they made it out alive
everyone loves the fun
everyone comes by

in the wind I crunch, I want to die

they can give me pills
or let me drink my fill
the heart wants to explode
far away where nobody knows

do you believe she said that?
do you believe she said that?

I said I hate myself and I want to die.

half of it is innocent
the other half is wise
the whole damn thing makes no sense
I wish I could tell you a lie
hey, come here
let me whisper in your ear

I hate myself and I want to die.

do you believe she said that?
can you believe she repeated that?
I said, I hate me myself and I
said I hate myself and I want to die

[Cat Power, Hate, album: The Greatest, 2006]


Feb 24, 2013

σόσιαλ μύδια χλαμύδια

στον Κ.Π.Καβαφμπγδάνο
και στους ελύτες

ο έλληνας με το ζόφο στη γλώσσα
πάρκινσον στη μπζυχή
τα χέρια του έχουν γίνει ίντερνετ
τα βράδια ρουφάει σαν τρωκτικό
γνώση ή περίπου
μαθαίνει ασπούμε στα σκοτεινά τι είναι το πλημμέλημα της πλάκας
δεν μαθαίνει ότι αυτός είναι της πλάκας
δεν μαθαίνει
στο τουίτερ κρέμονται σε κάθε σάλιο του χαρακτήρες
εκατονσαράντα
από τα πολλά που λέει, μαθαίνει να γράφει λίγα
και να μην εννοεί τίποτα
να μη θέλει να πει τίποτα
μαθαίνει να μην υπάρχει
μια μέρα άκουσα ήχους βασανισμών έξω από το σπίτι μου και το τουίταρα
παράξενο όσο να'ναι
δεν κατέβηκα να δω, όχι από φόβο μη βασανίσουν κι εμένα
βασανίζομαι χρόνια εδώ -για καημούς ούτε λόγος
φοβήθηκα μη μπει καμιά μάνα μου στο τουίτερ, στο φέησμπουκ και ποστάρει καμιά μαλακία
και μου χαλάσει το προφίλ, το ίματζ, το άβαταρ
το άβαταρ που είμαι κάποιος

άλλος

στους αγγλικούς χαρακτήρες συνεννοούμαι, γίνομαι άθρωπος
όχι μόνο η ορολογία, και οι λέξεις μου σε αγγλικούς χαρακτήρες
γίνομαι αγγλικός χαρακτήρας -με κεφαλαία
αγγλοποιούμαι -είναι πιο ασφαλές
θέλω να γίνω κάποιος

άλλος

εδώ στα μπλογκ έχει πολλή μοναξιά -δεν ξέρεις πόσοι είναι από πίσω
στην άλλη μεριά
δεν ξέρεις τι διαβάζει ο άλλος όταν σε διαβάζει
δεν ξέρεις αν την ίδια ώρα χαϊδεύει και το σκύλο του, αν μαλώνει την κόρη του
αν μπινελικώνει μια καθαρίστρια, αν αφήνει κλανιές ελεύθερα ξέροντας πως είναι μόνος του

μόνος του

αν στο δίπλα παράθυρο τον περιμένει θελκτικά μια γιουπόρνη που του τα υπόσχεται όλα
δεν του φτάνει ένα μπλογκ, διαβάζει πολλά
τώρα έχει μεγάλη πρόσβαση στην άποψη
τώρα έχουμε όλοι άποψη
υπεράποψη
επιβάλλεται
όπως και το να είσαι κάποιος

άλλος

μαθαίνω όλες τις προσταγές, όλα τα κόλπα
λογκίν, φόργουορντ, ντεάκτηβεητ, φόλοου, πάμπλις, ριπόρτ
έχουν πλάκα οι λέξεις γραμμένες στα ελληνικά
έχω πλάκα στα ελληνικά
δεν είμαι και τόσο σοβαρός έτσι
δεν είμαι κάποιος

άλλος

στη γλώσσα που μιλάω, είμαι εγώ
στη γλώσσα που κανονίζω τα ραντεβού μου, που στέλνω εσεμές
που μιλάω για τον έρωτα -α είπα έρωτα, συγγνώμη
που σφυράω τον έρωτα -καλύτερο, έτσι;
που λαχανιάζω που χαχανίζω
ενώ στο ίντερνετ που έγιναν τα χέρια μου
είμαι κάποιος

άλλος

στο μυαλό μου είμαι πάντα αυτός
πότε εγώ πότε ο άλλος

πότε ιησούς και τζούντας

πρηστ


Jan 25, 2013

εάμ ελάς μέλι γάλα όλα

όταν ήρθαν για τους απεργούς στα ικέα, δεν μίλησα γιατί ήμουν μέσα στα ικέα και ψώνιζα

όταν ήρθαν για τους απεργούς του μετρό, δεν μίλησα γιατί ήθελα μόνο να πάρω το μετρό

όταν ήρθαν για τους απεργούς φαρμακοποιούς, δεν μίλησα γιατί ήθελα μόνο την υγειά μου

όταν ήρθαν για τους απεργούς καθηγητές, δεν μίλησα γιατί ήθελα μόνο να πηγαίνει το παιδί σχολείο

όταν ήρθαν για μένα, όχι μόνο απεργοί δεν υπήρχαν, αλλά ούτε ικέα υπήρχε, ούτε μετρό, ούτε φαρμακεία, ούτε σχολεία

όταν ήρθαν για μένα, δεν υπήρχε κανείς να μου πει ότι όλα αυτά γκρεμίζονταν όσο εγώ ήθελα μόνο να τα απολαμβάνω

όταν ήρθαν για μένα, δεν υπήρχε κανείς να μου πει πως κάποια μέρα θα έρχονταν και για μένα

γιατί αυτή είναι η δουλειά τούτων: έρχονται για σένα

όταν ήρθαν για μένα λοιπόν, πάλι δεν μίλησα· δεν είχα μάθει να μιλάω

όταν ήρθαν για μένα, δεν υπήρχα ούτε εγώ

δεν είχα μάθει να υπάρχω

αλλά υπάρχω



-δεν υπάρχω κι είμαι εδώ


Aug 7, 2012

Ο Πακιστανός




Ο Πακιστανός. Σε όλες τις κλίσεις, σε όλες τις προσφωνήσεις, με όλες τις στίξεις. Με θαυμαστικά, με κεφαλαία, με εισαγωγικά. Χωρίς όνομα, χωρίς πρόσωπο, χωρίς ιδιότητα. Ο Πακιστανός.

Με όλους τους επιθετικούς προσδιορισμούς πριν από το όνομα-εθνικότητα, τους πολύ επιθετικούς όμως, αυτούς που δεν αφήνουν περιθώριο, αυτούς που έχουν ήδη δικάσει, αυτούς που για να τους προφέρεις πρέπει πρώτα να'χεις γίνει κι εσύ ζώο.

Ας πούμε, γράφουν "ο βιαστής", αλλά για βιασμό δεν ξέρουμε ακόμα. Δεν πειράζει. Ο Πακιστανός.

Γράφουν πως είναι ήδη δολοφόνος, το ξέρουνε καλά πως αυτός είναι, αλλά δεν έχουν παραδεχτεί ποτέ τους τι κάνει τους δολοφόνους, τι είναι ένας δολοφόνος. Δεν έχουν μάθει. Δεν πειράζει. Ο Πακιστανός.

Λένε πως είναι δράκος, γιατί ένας δράκος χρειάζεται στο παραμύθι. Ειδικά τώρα. Και οι πραγματικοί δράκοι, μας μοιάζουν τρομακτικά. Και δεν λέει. Πάντα μπορεί να υπάρχει ένας διαθέσιμος. Πακιστανός.

Είναι ανθρωπόμορφο κτήνος, είναι πακιστανόμορφο κτήνος, είναι απλώς και μόνο η προέλευσή του, άντε και η ηλικία του, ακόμα κι όταν δεν είναι κτήνος. Είναι μόνο από το Πακιστάν, τίποτα άλλο δεν ξέρουμε, τίποτα άλλο δεν θέλουμε να ξέρουμε. Είναι κτήνος επειδή είναι. Ο Πακιστανός.

Ομολόγησε σε άπταιστα ελληνικά, δεν τον ακούσαμε ποτέ, δεν ξέρουμε ούτε τ'όνομά του, άλλος θα τον πει Αλί, άλλος Αχμέτ, δεν θα μάθουμε ποτέ, ξέρουμε όμως το DNA του, ξέρουμε ότι DNA και Πακιστάν μαζί, είναι αυτά που πρέπει να ξέρουμε, ξέρουμε επίσης πως υπήρξε η ταυτοποίηση, στα ρούχα στα μαλλιά, μέσα σε μία μέρα μόλις, σε λίγες ώρες, αν η αστυνομία θέλει, βρίσκει. Τον Πακιστανό.

Δεν είχε όνομα η δουλειά του, δεν είχε χαρτιά για τη δουλειά του, δεν είχε αφεντικό, δεν είχε όνομα τ'αφεντικό, δεν είχε μισθό, δεν είναι θέματα αυτά, πως μπορείς να μιλάς για μισθό εδώ εγινε έγκλημα, σωστά, έγκλημα που δεν υπήρξε δικηγόρος, δεν μπορεί να έχει δικηγόρο, είναι μόνο τέρας, έγκλημα που δεν υπήρξαν ονόματα, μόνο σκιές, μόνο μια σκιά. Ο Πακιστανός.

Ανοίγεις το μέγκα και δεν βλέπεις ονόματα, δεν βλέπεις πράξεις, δεν βλέπεις ιδέες, δεν βλέπεις οπτικές, δεν βλέπεις γωνίες, ούτε αγωνίες, δεν βλέπεις στοιχεία, δεν βλέπεις πρόσωπα να λένε κάτι. Βλέπεις μόνο γραφικά, βλέπεις μόνο πλάνα χωρίς είδηση, βλέπεις σκιές, βλέπεις φόβο, βλέπεις σαπίλα, βλέπεις ζωντανές συνδέσεις, βλέπεις ολογράμματα να τρώνε τις σάρκες τους. Βλέπεις σάλια και ρόπαλα, ξύλο σε ζωντανή σύνδεση, γελάκια σε ζωντανή σύνδεση, γελάκια σε σύνδεση με το ξύλο, αηδία σε ζωντανή σύνδεση. Τίτλοι σε βιασμένη γλώσσα που περνάνε πάνω από την αηδία και γράφουν μόνο μια λέξη. Ο Πακιστανός.

Μιλάνε για τη χώρα του, για τον πολιτισμό του, μιλάνε μιλάνε μιλάνε όσο εκείνος δεν μπορεί να μιλήσει, δεν επιτρέπεται να μιλήσει, αν γινόταν θα του κόβαμε και το στόμα για να μη μιλήσει. Όπως ο Δουρής. Ο Πακιστανός.

Δεν είναι ανώτερος, δεν θα μπορέσει ποτέ να είναι ανώτερος, δεν είναι καν μαύρος, δεν κερδίζει πουθενά. Έχει το χρώμα της βρώμας, της δικής μας βρώμας. Ο Πακιστανός.

Είναι κακομοίρης, είναι κακομοίριος της μοίρας του, είναι τα εφτά κακά της μοίρας του, είναι τα φτου κακά των κακών μας, είναι φτωχός, είναι κηπουρός, είναι χωρίς χαρτιά. Ο Πακιστανός.

Δεν συμμετέχει σε ολυμπιάδες, δεν παίρνει διακρίσεις, δεν παίρνει ναρκωτικά, δεν ανήκει στη δύση. Ο Πακιστανός.

Θα μας βγάλει έξω απ'το ευρώ, θα μας αποτελειώσει, θα φάει τα παιδιά μας, θα βιάσει τις γυναίκες μας. Ο Πακιστανός.

Μόνο όταν σκοτώνει, βρίσκουμε κουβέντες γι'αυτόν. Ακόμα κι αν δεν σκοτώνει, αλλά μάλλον σκοτώνει. Αφού τον κυνηγάμε. Ο Πακιστανός.

Δεν ξέρουμε το όνομα, γιατί δεν έχει όνομα. Ποτέ δεν είχε όνομα, ποτέ δεν χρειάστηκε όνομα, μπορεί να τον λέγαν Αλί, μπορεί να ήταν ο Αχμέτ, ήταν ο δούλευε ρε μαλάκα, ήταν ο ποιος σου είπε για ένσημα ρε μαλακσιμένο, ήταν ο άδειασέ μας τη γωνιά τώρα που τελείωσαν οι ολυμπιακοί μας, ήταν ο χέστηκα αν δεν έχεις σπίτι να μείνεις, να τους πάρετε σπίτια σας, να πάτε αλλού, να πάτε στο διάολο, εδώ μένουμε μόνο έλληνες, εδώ μένουμε μόνο οι μαλάκες. Για σένα έχουμε μόνο τίτλους στις ειδήσεις και στα άθλια μπλογκ μας και στις φυλλάδες που τυπώνουμε με σκατά. Ο Πακιστανός.

Κι οι κατσαρίδες στους δρόμους μας κάνουν πάρτι. Οι δρόμοι μας ζέχνουν και η μπόχα βγαίνει πια από το σπίτι μας, δεν μπαίνει από το δρόμο. Σκουπίδια παντού και κατσαρίδες. Ο Πακιστανός.

Φέτος δεν έχει φωτιές, δεν μας καίνε τα σκάνδαλα, δεν μας ματώνει η πείνα μας. Φέτος δεν έχει προβλήματα, δεν έχει προδότες, έχει μόνο ευθύνη, μόνο μίσος, μόνο κόκκινες γραμμές, μόνο κτηνωδία, μόνο κτηνωδία. Ο Πακιστανός.

Τα δικά μας όρια τα είδαμε, τα αγνοήσαμε, τα γελάσαμε. Τώρα ξέρουμε ποιος θα πάρει τα κρίμματά μας, ξέρουμε ποιος θα πληρώσει. Ο Πακιστανός.

Ξέρουμε ποιος δεν είναι έλληνας. Ο Πακιστανός.

Σίδερα μασάει. Ο Πακιστανός.

Τώρα τρέμει σαν το ψάρι, στην πυρά του μπρος, αλλά μην το πείτε κανενός.

Και πως τη φοβάται ο φτωχός Πακιστανός.



Και όλα τα εξηγεί αυτό. Ο Πακιστανός.

Jun 26, 2012

Ποιος παίζει Μπετόβεν όταν ο κόσμος πεθαίνει της πείνας;


Όταν παίζουμε μουσική διηγούμαστε, μερικές φορές και ασυνείδητα ακόμη, κάποια πράγματα. Μπροστά σε ένα κοινό το οποίο, για παράδειγμα, δεν έχει δει ποτέ στη ζωή του πιάνο ή κλαρινέτο, η πρώτη επαφή με τη μουσική είναι μια αποκάλυψη, ένα είδος θείας κοινωνίας μεταξύ της μουσικής και των ανθρώπων αυτών.

Εδώ και 20 χρόνια, κάπου στη Νέα Υόρκη ή στο Λονδίνο, ένας διοργανωτής συναυλιών μου είπε: "Δεν είναι απαραίτητο να δίνεσαι ολοκληρωτικά κάθε φορά που παίζεις, εκτός κι αν παίζεις σε μεγάλες πόλεις". Μου πρότεινε να παίζω 250 φορές το χρόνο κι εγώ του είπα ότι κάτι τέτοιο για μένα είναι τελείως αδύνατο. Κάθε συναυλία είναι για μένα μια τεράστια συναισθηματική –αλλά και σωματική- δοκιμασία. Μετά από κάθε συναυλία έχω ανάγκη από τρεις μέρες καθημερινής ζωής και εργασίας με το πιάνο μου. Μου απάντησε: "Μα όλα αυτά είναι πολύ απλά. Καταναλώνεσαι μόνο στις μεγαλουπόλεις. Στις υπόλοιπες βάζεις απλά τη μηχανή σε λειτουργία".

Καμιά φορά όταν παίζουμε βρισκόμαστε σε τέτοια κατάσταση υπευαισθησίας που έρχονται στο μυαλό μας νέες ιδέες που γεννιώνται από την παρουσία του κοινού. Έτσι για μερικά έργα κατ’εξοχήν συγκινησιακά φορτισμένα, όπως για παράδειγμα το ρομαντικό ρεπερτόριο ή οι δραματικές σονάτες του Μπετόβεν, μόνο αφού τα παίξουμε μπροστά στο κοινό καμιά εικοσαριά φορές τουλάχιστον, αρχίζουμε να βρίσκουμε αυτή τη γαλήνια και συνάμα γεμάτη πάθος γραμμή μουσικής έκφρασης. Στις φυλακές ή μπροστά σε χωριάτες, πολύ συχνά τυχαίνει να παίζουμε το ίδιο κομμάτι πολλές φορές, κάτι που δεν γίνεται στις συναυλίες. Εκείνη τη στιγμή πρέπει να ψάξουμε να βρούμε την εικόνα που αντιστοιχεί στη μουσική, μια στιγμή δημιουργίας, μια στιγμή έντονης μέθεξης. Στη φυλακή των Μπωμέτ, στη Μασσαλία, έπαιζα ένα κομμάτι του Γ.Σ.Μπαχ, και ένας κρατούμενος είπε ότι αισθάνθηκε ότι βρισκόταν αλλού, ότι ταξίδευε με τη μουσική αυτή και ότι βρέθηκε στην Ελβετία, μια χώρα που τον άφηνε εντελώς αδιάφορο. Πίσω του έβλεπε ένα κάστρο, που ούτε κι αυτό τον ενδιέφερε, και μπροστά του υπήρχε μια λίμνη. Αυτή η λίμνη αποκτούσε στα μάτια του μεγάλη σπουδαιότητα εξ αιτίας του χρώματος του νερού, ένα χρώμα που μέχρι τώρα δεν είχε ξαναδεί. Ένας άλλος μου είπε: "Κι εγώ βρισκόμουν αλλού, ήμουν καθισμένος στην όχθη του ποταμού όπου το νερό κυλούσε γαλήνια". Ένας άλλος απλά σχολίασε: "Βρέχει". Κι όμως δεν τους είχα καθόλου μιλήσει για τις δικές μου, τις προσωπικές εντυπώσεις, απλά έπαιξα το ίδιο κομμάτι τρεις φορές. Λίγο αργότερα ανέσυρα την παρτιτούρα μου, όπου είχα σημειώσει τις πρώτες μου εντυπώσεις όταν διάβαζα το συγκεκριμένο έργο. Είχα σημειώσει: Το νερό που κυλά γαλήνια.

Μια μέρα ένας κρατούμενος μου μίλησε για ένα, εμπορικό προφανώς, μουσικό κομμάτι. Τον ρώτησα για τί μίλαγε η μουσική αυτή. Και μου είπε: "Ονομάζεται Γράμμα στη μητέρα μου". Τον ρώτησα λοιπόν θες να παίξω ένα γράμμα στη μητέρα σου; -Και βέβαια. –Πως είναι η μητέρα σου; -Είναι πολύ καλή. Είναι μια γυναίκα γεμάτη αγάπη.

Του έπαιξα ένα νυκτερινό του Γκάμπριελ Φωρέ. Οι κρατούμενοι το άκουσαν σε απόλυτη σιγή και μου ζήτησαν να το επαναλάβω.

Οι καθηγητές των ωδείων δεν επιμένουν αρκετά πάνω σε αυτή την πτυχή της άμεσης επικοινωνίας της μουσικής. Τους απασχολούν κυρίως η τεχνική τελειότητα και οι ασκήσει με τον μετρονόμο και ξεχνούν το βασικό, που είναι η ανάσα των ήχων, η έξαρση, η ενέργεια που πρέπει καθένας να βρει μέσα στο κορμί του για να μπορέσει καλύτερα να μεταδώσει κάθε συναίσθημα. Η μουσική ξυπνά μέσα μας διάφορα πράγματα και η αποκάλυψη αυτή μπορεί να γίνει εμπειρία μαζική.

Πρόσφατα, στην Αντίμπ υπήρχαν πολλοί νέοι. Τους είπα: "Μπορώ, αν θέλετε, να σας δώσω μια τυπική συναυλία ή μια συναυλία με ό,τι μου ζητήσετε". Ούρλιαξαν: "Εμείς θέλουμε παραγγελίες". Μερικοί με ρώτησαν με μεγάλη άνεση: "Τι είναι για σένα η αγάπη, μουσικά;" Έπαιξα Σούμαν και Μπραμς. Και έπειτα: "Τι είναι για σένα η δόνηση, η ταραχή;" και έπαιξα την Ενάτη Σπουδή του Σοπέν. "Τι είναι ο θάνατος, η ηδονή;" Τι υπέροχος που ήταν αυτός ο κύκλος ανθρώπινων συναισθημάτων! Ούτε εγώ μα ούτε κι αυτοί θέλαμε πια να φύγουμε.

Πιστεύω ότι εμείς οι μουσικοί, οι καλλιτέχνες, οι διανοούμενοι είμαστε κατά κανόνα πολύ γενναιόδωροι. Έχουμε ανάγκη την ανθρώπινη επαφή και έχουμε την ανάγκη να δίνουμε. Ο περίγυρός μας όμως μας δημιουργεί σιγά-σιγά (και ανάλογα με το προχώρημα στη δουλειά) σκληρούς εξαναγκασμούς κυρίως υλικούς. Και τότε μας είναι δύσκολο να συμφιλιώσουμε αυτή την ευαισθησία με τις φροντίδες της καριέρας μας. Έγινε πια σχεδόν μόδα να παίζουμε υπέρ των δικαιωμάτων του ανθρώπου, με τον όρο βέβαια να δοθεί στην εκδήλωση όσο γίνεται μεγαλύτερη δημοσιότητα. Ή να παίζουμε υπέρ των προσφύγων, υπό τον όρο όμως να το κάνουμε μπροστά σε όλες τις τηλεοράσεις του κόσμου.

Όταν πήγαμε στη Χιλή την εποχή της δικτατορίας του στρατηγού Πινοσέτ, στις φτωχογειτονιές του Σαντιάγκο ή στυν ύπαιθρο, αισθανθήκαμε ότι προσφέραμε κάτι. Δεν μιλούσαμε για τα δικαιώματα του ανθρώπου γιατί θα μας κυνηγούσαν. Μιλούσαμε όμως για το Μπετόβεν, για τη ζωή του, παίζοντας μερικά κομμάτια και για όλα του τα όνειρα που έκανε για τη Γαλλική Επανάσταση. Έπαιξα Σοπέν και διηγήθηκα την εξορία αυτού του Πολωνού συνθέτη, και όλα αυτά ήταν τόσο πολύ συνδεδεμένα με τη χιλιανή ζωή που το κοινό εκφραζόταν με φράσεις και κραυγές. Και όλοι έφευγαν από τη συναυλία λέγοντας: "Πρέπει να αποκαταστήσουμε τη δημοκρατία!"

Γνώρισα έναν Λατινοαμερικάνο χωρικό ο οποίος διηγιόταν το πώς καταλάβαινε ο ίδιος τη ζωή του Μπαχ. Ήταν ερωτευμένος με μια μουσική που δεν είχε ακούσει ποτέ. Δεν ήξερε ποιος ήταν ο Μπαχ και νόμιζε ότι ήταν κάποιος σύγχρονός του από τη Βόρεια Αργεντινή. Ο άνθρωπος αυτός διηγόταν σε χιλιάδες ανθρώπους μέσα σε ένα εργοστάσιο ζάχαρης την πορεία που έκανε για να ανακαλύψει τη μουσική του Μπαχ, μέχρι που έμαθε τελικά ότι ο Μπαχ δεν ζούσε πια στις μέρες μας και ότι ήταν ένας εξαίσιος μουσικός. Έκανε μια διάλεξη εντελώς διαφορετική από αυτή που κάναμε εμείς στο ωδείο. Για αυτόν ο Μπαχ ήταν αδλεφός, ένας άνθρωπος με σάρκα και οστά που αντιμετώπιζε με θάρρος τα προβλήματα του κόσμου, μα πάνω απ’όλα ήταν ένα άτομο στρατευμένο, με την οικογένειά του, με τα θρησκευτικά του πιστεύω, που προσπαθούσε να τα βιώνει όσο το δυνατόν πληρέστερα χωρίς να νοιάζεται αν αυτό άρσεσε στις εκκλησιαστικές αρχές, και μάλιστα σε μια εποχή που οι μουσικοί ήταν σκλάβοι. Μίλησε λοιπόν για τη σημασία που είχε η λαϊκή μουσική στον Μπαχ. Εγώ που είχα ξοδέψει τρία χρόνια από τη ζωή μου μελετώντας τον δεν το είχα σκεφτεί ποτέ.

Διαφώνησα έντονα με τους Λατινοαμερικάνους διανοούμενους που υποστήριζαν: "Και τί ωφελεί να παίζεις Μπετόβεν όταν οι άνθρωποι πεινούν;" Και τους απαντούσα: "Μα όταν ακούν Μπετόβεν, η ζωή τους αλλάζει. Κι εμείς οι ίδιοι αλλάζουμε". Κάποτε θα έρθει η μέρα όπου όλοι αυτοί θα γίνουν οι υποστηρικτές του πολιτισμού τους, όταν θα τον νοιώσουν σε όλη του την ομορφιά. Θα είναι ένας τρόπος για να αντιμετωπιστεί αυτή η καταναλωτική μουσική που εισβάλλει σε όλον τον πλανήτη.

[Miguel Angel Estrella, δημοσιευμένο στα Αφιερώματα της Le Monde Diplomatique, ελληνική έκδοση, τεύχος 4, Ιούνιος 1994]


Miguel Angel Estrella, διεθνώς αναγνωρισμένος πιανίστας, γεννήθηκε στην επαρχία Τουκουμάν στα βόρεια της Αργεντινής. Τα ανθρωπιστικά του αισθήματα των ώθησαν από πολύ νωρίς να παίζει μουσική και για τους πιο ταπεινούς. Το 1976 το στρατιωτικό καθεστώ τον υποχρέωσε να εγκαταλείψει τη χώρα του. Το 1977 στην Ουρουγουάη υπέστη την τύχη των «εξαφανισθέντων», και μόνο μετά από μια παγκόσμια εκστρατεία υποστήριξης κατάφερε να ξαναβρεί την ελευθερία του το 1980.